παγιδευμένος

1.1 Τόσες μέρες νόμιζα ότι σκέφτομαι, αλλά τελικά μάλλον βαριέμαι.

1.2 Τελικά μάλλον βαριέμαι, λέω.

….1.2.1 Κι εγώ που νόμιζα ότι τόσες μέρες σκέφτομαι.

….1.2.2 Φευ!

1.3 Παπάρια. Νομίζα ότι βαριέμαι αλλά τελικά μάλλον σκέφτομαι.

….1.3.1 … τόσες μέρες.

1.4 ;

1.5 Από την άλλη, μήπως σκέφτομαι ότι βαριέμαι και τελικά βαριέμαι;

.1.5.1 ή μάλλον βαριέμαι;

….1.5.2 ή τελικά μάλλον βαριέμαι;

….1.5.3 … Ουφ.

2.1 Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου. (1)

.2.1.1 Νομίζω ότι πάλι έκλασα!

….2.1.2 Τι νομίζω δηλαδή; Είμαι σίγουρος.

..……2.1.2.1 Τρεις φορές σε 13 δευτερόλεπτα!

2.2 Έξω από τα όρια της γλώσσας μου, είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα καταπράσινο λιβάδι με γυμνές βοσκοπούλες.

….2.2.1 Λευκά μπαμπακοσύννεφα.

….2.2.2 Και άλλα κλισέ.

2.3 Έχω παρατηρήσει ότι απουσία σκέψης, το μυαλό καταφεύγει στο σεξ.

….2.3.1 Και στη γλώσσα.

….2.3.2 Και στα λευκά μπαμπακοσύννεφα.

……..2.3.1.1 (τουλάχιστον το δικό μου)

…………2.3.1.1.1 (μυαλό)

3.1 Υπάρχει δηλαδή γλώσσα και πέρα από τη σκέψη.

.3.1.1 Αλλά είναι εκεί όπου κυλιούνται οι γυμνές βοσκοπούλες.

….3.1.2 !

……..3.1.2.1 Τέσσερις!

…………3.1.2.1.1 Σε τριάντα δευτερόλεπτα!

4 Τελικά είτε σκέφτομαι είτε όχι, το ίδιο μυρίζει.

Απολογισμοί ενός μεσήλικα VΙΙΙ

Μέχρι σήμερα έχω ζήσει σαράντα (40) χρόνια και τριακόσιες πέντε (306) ημέρες. Δηλαδή συνολικά:

(40 x 365) + 306 = 14.906 ημέρες

Σύμφωνα με ιατρικές έρευνες, ο μέσος άνθρωπος κλάνει δεκατέσσερις (14) φορές την ημέρα, παράγοντας από πεντακόσια έως και δύο χιλιάδες κυβικά εκατοστά (500 – 2.000 cm3) αερίων ημερησίως. Σε πείσμα της επιστημονικής κοινότητας, εγώ δεν κλάνω ποτέ λιγότερο από εικοσιπέντε (25) φορές (το κάνω ακόμη και σε χώρους ταμπού όπως κάτω από την κουβέρτα ή μέσα στο ασανσέρ) και η συνολική ποσότητα αερίου που παράγω κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου φτάνει –και πολλές φορές μάλιστα υπερβαίνει- ακόμη και τα τρεις χιλιάδες κυβικά εκατοστά (3.000 cm3). Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρίες στενών συγγενών, η παραγωγικότητα του εντέρου μου κυμαίνονταν πάντα σ’ αυτά τα επίπεδα, ακόμα και κατά τη βρεφική μου ηλικία, με αποτέλεσμα για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα οι γονείς μου να πιστεύουν ότι αυτό που έφεραν στον κόσμο δεν ήταν ένα ανθρώπινο ον, αλλά περισσότερο μια χημική ένωση –ένα νεφέλωμα αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από μεθάνιο και υδρόθειο.
Επιστρέφοντας λοιπόν στους υπολογισμούς μας, και σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, μέχρι σήμερα έχω κλάσει:

14.906 x 25 = 372.650 φορές

παράγοντας

14.906 x 3.000 = 44.718.000 cm3 αερίων

δηλαδή:

44,718 m3 bio-πορδής

Η καύση 1m3 bio-πορδής μπορεί να δώσει περίπου 3.000 kcal/m3 ωφέλιμης ενέργειας, ενέργειας αρκετής για να ανάψει μια λάμπα των 60-100 Watt για 4-5 ώρες. Άρα εγώ, με τα (μέχρι τη στιγμή που μιλάμε) 44,718 m3 μου, θα μπορούσα να έχω παραγάγει

44,718 x 3.000 = 134.154 kcal/m3

ενέργεια η οποία, σύμφωνα με τις μετρήσεις, μόλις και μετά βίας θα έφτανε για να φωταγωγήσει το σπίτι μου (υπολογίζω γύρω στα 280 Watt το σύνολο των λαμπτήρων), για μια μακριά ή δυο κουτσές χειμωνιάτικες βραδιές.

Παρόλα αυτά δεν μπορώ να μην αποδώσω σε θαύμα το γεγονός ότι μετά από 372.650 κλανιές, α) ο κώλος μου είναι ακόμη στη θέση του, και β) ότι οι άνθρωποι που αγαπώ εξακολουθούν να ζουν και να αναπνέουν γύρω του*.

.

.

* του κώλου.

χαρτί

Μπαμπά;

Παιδί μου;

Έχεις φάει ποτέ σαπουνάδες ή χαρτιά ή άμμο;

Φυσικά, αλλά όχι όλα μαζί. Όταν ήμουν μικρός ας πούμε, λίγο πιο μεγάλος από σένα, τρελαινόμουν για χαρτιά. Ειδικά για εφημερίδες. Ο παππούς σου δεν προλάβαινε ούτε να τις διαβάσει. Μόλις έμπαινε στο σπίτι, τις ακουμπούσε μαζί με τα κλειδιά στο τραπέζι, και μέχρι να πάει να βγάλει τα παπούτσια του και να γυρίσει, εγώ τις είχα ήδη φάει και ήθελα κι άλλο. Μια φορά από τη λαιμαργία μου έφαγα κατά λάθος και τα κλειδιά.

Ωωω!

Βεβαίως. Οχτώ κλειδιά και μαζί και το μπρελόκ. Του σπιτιού, της εξώπορτας του σπιτιού, της αποθήκης, του γραφείου, της εξώπορτας του γραφείου, της ντουλάπας του γραφείου, του αυτοκινήτου και του πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου. Χλαααπ… μαζί με τα διημερεύοντα φαρμακεία και τα βενζινάδικα. Ούτε που το κατάλαβα.

Και μετά;

Τίποτα. Για λίγο καιρό με κουβαλούσανε παντού και με χώνανε ολόκληρο σε κάθε κλειδαριά που ήθελε κλείδωμα ή ξεκλείδωμα. Μετά, ωρίμασαν επιτέλους τα σύκα και για δέκα μέρες με ταΐζανε μόνο σύκα και ζεστό γάλα. Με πήγανε στο γιατρό, μου δώσανε κάτι χάπια απ’ το στόμα, μου βάλανε και κάτι άλλα στον κώλο (υπόθετα τα λένε) και ύστερα με βάλανε να κάτσω σ’ έναν κουβά.

Για κακά;

Όχι. Για χέσιμο.

Αα!

Δυο μερόνυχτα με κρατούσαν εκεί καθισμένο και με φυλούσαν με βάρδιες μη τυχόν και σηκωθώ και πάω να χέσω ποιος-ξέρει-πού έξω από το σπίτι και χάσουμε τα κλειδιά.

Και έχεσες;

Όχι. Ο παππούς σου τότε έπαιρνε μια εφημερίδα που τη λέγανε Αυριανή. Θα σου πω ένα πράγμα γιε μου κι αυτό να το θυμάσαι: Είναι αδύνατον να χέσεις όταν το έντερό σου έχει βουλώσει με Αυριανή.

Γι’ αυτό εσύ παίρνεις τώρα πια Καθημερινή;

Σσσσς… θα μας ακούσει κανένας… Αυτό να μην το ξαναπείς. Την Καθημερινή την παίρνω μια φορά το μήνα για τη μάνα σου που θέλει το maison & decoration. Εγώ, τη χέζω την Καθημερινή και τα ένθετά της μαζί.

Και το Γαστρονόμο μαζί;

Και το Γαστρονόμο μαζί.

Α! Καλά. Σε πιστέψαμε. Και τελικά τι έγινε;

Τελικά έχεσα μετά από ένα μήνα όταν ο παππούς αποφάσισε να το γυρίσει στο Έθνος: Ανακάλυψαν ότι το Έθνος μου φέρνει χεσμόκ.

Χεσ- τι;

Χεσμόκ. Όταν χέζεις γρηγορότερα  και περισσότερο απ’ όσο τρως. Πολύ επικίνδυνη επιπλοκή. Ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να απορροφήσει τα θρεπτικά συστατικά της τροφής, πριν την αποβάλλει, και κινδυνεύεις να πεθάνεις από αβιταμίνωση. Ακόμη διπλώνομαι από τον πόνο όταν βλέπω Έθνος κρεμασμένο σε περίπτερο. Μία εβδομάδα έχεζα. Χρειάστηκαν εκατόν σαράντα εφτά κουβάδες και τα αναθεματισμένα τα κλειδιά ήταν στον εκατόν σαράντα έξι. Έβγαλα ολόκληρο το αρχείο της Αυριανής και μερικά αγνοούμενα burda της γιαγιάς. Ο παππούς καταχάρηκε. Μάζεψε τις Αυριανές, τις χώρισε σε μήνες και χρονιές και τις έδωσε για βιβλιοδεσία. Νομίζω ότι ακόμα έχει τους δερματόδετους εκείνους τόμους κάπου στο πατάρι. Τα burda τα πετάξανε γιατί όσο και να έψαξαν στάθηκε αδύνατο να βρούνε τα πατρόν. Θέλεις κάστανα;

Ναι. Σιντί έχεις φάει;

Όχι.

Ντιβιντί;

Όχι. Εκείνη την εποχή οι εφημερίδες δεν είχαν ούτε περιοδικά, ούτε βιβλία, ούτε σιντί και ντιβιντί ούτε ήταν και τυλιγμένες σε πλαστικές σακούλες. Και να σου πω και κάτι; Ήταν σχεδόν ολόκληρες μονόχρωμες. Μάλιστα.

Μονόχρωμες; Δηλαδή;

Δηλαδή δεν είχαν έγχρωμες φωτογραφίες… δεν είχαν χρώματα. Ήταν βρωμοάσπρο το χαρτί και μαύρα τα γράμματα. Και οι φωτογραφίες βρωμοασπρόμαυρες. Και μάλιστα, επειδή οι περισσότερες ήταν και κακοτυπωμένες, πολλές φορές το μαύρο έβγαινε λίγο ξεθωριασμένο και πάνω στο βρωμοάσπρο χαρτί έμοιαζε περισσότερο με μπλαβί.

Μπλαβί; Τι είναι πάλι αυτό;

Χμμ… Τίποτα. Ένα χρώμα.

Και το έτρωγες κι αυτό;

Βεβαίως.

Ουάου!

Αυτό είπε και η μάνα σου όταν το είδε για πρώτη φορά.

Ποιο;

Το μπλαβί.

Θα μου δώσεις κανένα κάστανο;

Πάρε και καθάρισε.

Δεν μπορώ.

Γιατί;

Γιατί είμαι μικρός.

Άντε καλά. Πάρε.

Ευχαριστώ.

Παρακαλώ.

Μπαμπά;

Παιδί μου;

Έχεις φάει ποτέ άμμο ή σαπουνάδες;

Μπαμπά;

Παιδί μου;

Έχεις φάει ποτέ σαπουνάδες ή χαρτιά ή άμμο;

Φυσικά, αλλά όχι όλα μαζί. Όταν ήμουν μικρός, λίγο πιο μεγάλος από σένα, τρελαινόμουν για χαρτιά. Ειδικά για εφημερίδες. Ο παππούς σου δεν προλάβαινε ούτε να τις διαβάσει. Μόλις έμπαινε στο σπίτι, τις ακουμπούσε μαζί με τα κλειδιά στο τραπέζι, και μέχρι να πάει να βγάλει τα παπούτσια του και να γυρίσει, εγώ τις είχα ήδη φάει και ήθελα κι άλλο. Μια φορά από τη λαιμαργία μου έφαγα κατά λάθος και τα κλειδιά.

Ωωω!

Βεβαίως. Οχτώ κλειδιά και μαζί και το μπρελόκ. Του σπιτιού, της εξώπορτας του σπιτιού, της αποθήκης, του γραφείου, της εξώπορτας του γραφείου, της ντουλάπας του γραφείου, του αυτοκινήτου και του πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου. Χλαααπ! Μαζί με τα διημερεύοντα φαρμακεία και τα βενζινάδικα, ούτε που το κατάλαβα.

Και μετά;

Τίποτα. Για λίγο καιρό με κουβαλούσανε παντού και με χώνανε ολόκληρο σε κάθε κλειδαριά που ήθελε κλείδωμα ή ξεκλείδωμα. Μετά, ωρίμασαν επιτέλους τα σύκα και μια μέρα με βάλανε κάτω και με ταΐσανε μέχρι σκασμού. Με πήγανε στο γιατρό, μου δώσανε κάτι χάπια απ’ το στόμα, μου βάλανε και κάτι άλλα στον κώλο (υπόθετα τα λένε), μου δώσανε να πιω κι ένα απαίσιο υγρό και ύστερα με βάλανε να κάτσω σ’ έναν κουβά.

Για κακά;

Όχι. Για χέσιμο. Δυο μερόνυχτα με κρατούσαν εκεί καθισμένο και με φυλούσαν με βάρδιες μη τυχόν και σηκωθώ και πάω να χέσω ποιος-ξέρει-πού έξω από το σπίτι και χάσουμε τα κλειδιά.

Και έχεσες;

Όχι. Ο παππούς σου τότε έπαιρνε μια εφημερίδα που τη λέγανε Αυριανή. Θα σου πω ένα πράγμα γιε μου κι αυτό να το θυμάσαι: Είναι αδύνατον να χέσεις όταν το έντερό σου έχει βουλώσει με Αυριανή.

Γι’ αυτό εσύ παίρνεις τώρα πια Καθημερινή;

Σσσσς… θα μας ακούσει κανένας… Αυτό να μην το ξαναπείς. Την Καθημερινή την παίρνω μια φορά το μήνα για τη μάνα σου που θέλει το maison & decoration. Εγώ, τη χέζω την Καθημερινή και τα ένθετά της μαζί.

Και το Γαστρονόμο;

Και το Γαστρονόμο.

Α! Καλά. Σε πιστέψαμε. Και τελικά τι έγινε;

Τελικά έχεσα μετά από ένα μήνα όταν ο παππούς αποφάσισε να το γυρίσει στο Έθνος: Ανακάλυψαν ότι το Έθνος μου φέρνει χεσμόκ.

Χεσ- τι;

Χεσμόκ. Όταν χέζεις γρηγορότερα  και περισσότερο απ’ όσο τρως. Πολύ επικίνδυνη επιπλοκή της ανάγνωσης. Ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να απορροφήσει τα θρεπτικά συστατικά της τροφής, πριν την αποβάλλει, και κινδυνεύεις να πεθάνεις από αβιταμίνωση. Ακόμη διπλώνομαι από τον πόνο όταν βλέπω Έθνος κρεμασμένο σε περίπτερο. Μία εβδομάδα έχεζα. Χρειάστηκαν εκατόν σαράντα εφτά κουβάδες και τα αναθεματισμένα τα κλειδιά ήταν στον εκατόν σαράντα έξι. Έβγαλα ολόκληρο το αρχείο της Αυριανής και μερικά burda της γιαγιάς. Ο παππούς καταχάρηκε. Μάζεψε τις Αυριανές, τις χώρισε σε μήνες και χρονιές και τις έδωσε για βιβλιοδεσία. Νομίζω ότι ακόμα έχει τους δερματόδετους εκείνους τόμους κάπου στο πατάρι. Τα burda τα πετάξανε γιατί όσο και να έψαξαν στάθηκε αδύνατο να βρούνε τα πατρόν. Θέλεις κάστανα;

Ναι. Σιντί έχεις φάει;

Όχι.

Ντιβιντί;

Όχι. Εκείνη την εποχή οι εφημερίδες δεν είχαν ούτε περιοδικά, ούτε βιβλία, ούτε σιντί και ντιβιντί ούτε ήταν και τυλιγμένες σε πλαστικές σακούλες. Και να σου πω και κάτι; Ήταν σχεδόν ολόκληρες μονόχρωμες. Μάλιστα.

Μονόχρωμες; Δηλαδή;

Δηλαδή δεν είχαν έγχρωμες φωτογραφίες… δεν είχαν χρώματα. Ήταν άσπρο το χαρτί και μαύρα τα γράμματα. Και οι φωτογραφίες ασπρόμαυρες. Και μάλιστα, επειδή οι περισσότερες ήταν και κακοτυπωμένες, πολλές φορές το μαύρο έβγαινε λίγο ξεθωριασμένο κι έμοιαζε περισσότερο με μπλαβί.

Μπλαβί; Τι είναι πάλι αυτό;

Χμμ… Τίποτα. Ένα χρώμα.

Και το έτρωγες κι αυτό;

Βεβαίως.

Ουάου!

Αυτό είπε και η μάνα σου όταν το είδε για πρώτη φορά.

Ποιο;

Το μπλαβί.

Θα μου δώσεις κανένα κάστανο;

Πάρε και καθάρισε.

Δεν μπορώ.

Γιατί;

Γιατί είμαι μικρός.

Άντε καλά. Πάρε.

Ευχαριστώ.

Παρακαλώ.

Μπαμπά;

Παιδί μου;

Έχεις φάει ποτέ άμμο ή σαπουνάδες;

χρειαζόμαστε τίποτα άλλο από το σ/μ; (part 4)

γιαούρτι, καλαμπόκι, καρολίνα

.

.

——

Άλλη μια ματιά από το μπαλκόνι. Στον τοίχο ένα, μετά στον δύο, στον τρία. Κάτω στο δρόμο το σώμα της γάτας έχει αφήσει μια μικρή μαύρη κηλίδα στην άσφαλτο· την οξειδωμένη διαδρομή των υγρών της.

Ζεστός, υγρός νοτιάς. Ζεστός, υγρός χρόνος.

Στη δεξιά μου τσέπη ψηλαφίζω και τραβώ απαλά μια μικρή κλωστή που εδώ και καιρό με καλεί να την ξηλώσω.

Και που όλο το αναβάλλω.

(παρα)λογοτεχνικά ΙΙ

Τι είναι αυτό;

Ποιο;

Αυτό.

Α, αυτό… Αυτό εδώ είναι ο μπλάβος μου ο πούτσος.

Ο ποιος;

Ο μπλάβος μου ο πούτσος… : Μπουκόφσκι.

… Τζίζας! Τι σκατά έχεις πάθει τελευταία;

Εννοείς τι διαβάζω;

Όχι. Εννοώ τι τρως.

μακαρόνια παραβρασμένα

Συστατικά

Αλάτι

Νερό

Μακαρόνια

Σηκωνόμαστε από το τραπέζι χωρίς να φάμε ούτε ένα μακαρόνι και αδειάζουμε το περιεχόμενο του πιάτου μας σε μια κατσαρόλα με νερό που βράζει. Αφήνουμε τα ζυμαρικά να αντιβράσουν για οκτώ λεπτά σε δυνατή φωτιά χωρίς καπάκι και μόλις τα μακαρόνια ισιώσουν και σκληρύνουν τα βγάζουμε από το νερό και τα τοποθετούμε πίσω στη συσκευασία τους. Πλένουμε πιάτο και κατσαρόλα, τινάζουμε τραπεζομάντιλο. Πεινάμε.

Μακαρόνια βραστά

Συστατικά

Αλάτι

Νερό

Μακαρόνια

Σηκωνόμαστε από το τραπέζι χωρίς να φάμε ούτε ένα μακαρόνι και αδειάζουμε το περιεχόμενο του πιάτου μας σε μια κατσαρόλα με νερό που βράζει. Αφήνουμε τα ζυμαρικά να αντιβράσουν για οκτώ λεπτά σε δυνατή φωτιά με ανοιχτό καπάκι και μόλις τα μακαρόνια ισιώσουν και σκληρύνουν τα βγάζουμε από το νερό και τα τοποθετούμε πίσω στη συσκευασία τους. Πλένουμε πιάτο και κατσαρόλα.

Πεινάμε.

(παρα)λογοτεχνικά Ι

Τι κάνεις ρε καλό μου τόση ώρα μέσα στο ντους;

Ξεπλένω το πέος μου.

… Το πέος σου; Πολύ λογοτεχνία διαβάζεις τελευταία.

Μοράβια.

Α, καλά… Τελειώνεις λοιπόν με το πέος σου;

… Δεν ξέρω. Νομίζω ότι έβαλα πολύ σαπούνι.

Τι κάνεις ρε καλό μου τόση ώρα μέσα στο ντους;

Ξεπλένω το πέος μου.

… Το πέος σου; Πολύ λογοτεχνία διαβάζεις τελευταία.

Μοράβια.

Α, καλά… Τελειώνεις λοιπόν με το πέος σου;

Όπου να ΄ναι…

deathbird

[...]

19
ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΕΠΙΛΟΓΗ
(Αντιστοιχεί στο 1/2 της τελικής σας βαθμολογίας.)

1. Θεός είναι:

Α. Ένα αόρατο πνεύμα με μακριά γενειάδα.

Β. Ένα μικρό ψόφιο σκυλί σε λάκκο.

Γ. Ο καθένας.

Δ. Ο μάγος του Οζ.

[...]

.
.

——
από το “Deathbird” του Harlan Ellison, σε μετάφραση του Γιάννη Ανδρέου (εκδ. απόπειρα, 1991)

άνθρωποι & ποντίκια

Edward_del_Rosario_Untitled_2004_362_42

Edward del Rosario, Untitled, 2004

.

——

6/9

7:03

Βρήκα ένα ποντίκι στο χαλάκι της εξώπορτας. Το σήκωσα και το ακούμπησα στο τραπεζάκι δίπλα στο τηλέφωνο.

.

——

8/9

9:52

Σύνδεσα το καλώδιο του ποντικιού στο δεξί μου αυτί.

Παρατηρήσεις:

  1. Συνέχισα να ακούω μόνο από το αριστερό αυτί.
  2. Μετακινώντας το ποντίκι πάνω στο τραπέζι, ανέκτησα τον έλεγχο των κινήσεων του κεφαλιού μου. Συνήθως δεν τον έχω (τον έλεγχο) και το κεφάλι μου στρέφεται κάθε τρεις και λίγο, για γριφοειδής λόγους, όπου του καπνίσει. Τώρα, με το ποντίκι συνδεδεμένο στο αυτί, μπορώ επιτέλους να εκτελώ μονάχα αυστηρά προγραμματισμένες και συγκροτημένες κινήσεις. Επίσης μπορώ να στρέψω το πρόσωπό μου πίσω στην πλάτη σαν τη Linda και -με ένα απλό cut-paste- να πάρω τα μάτια από τις κόγχες και να τα επικολλήσω στα ρουθούνια, ή όπου αλλού θέλω (π.χ. μασχάλες ή πατούσες κλπ)
  3. Μετακινώντας τη ροδέλα κύλισης μπρος-πίσω έχω τη δυνατότητα να μεταπηδώ από σκέψη σε σκέψη σα να χαϊδεύω με το χέρι τις ράχες φακέλων αρχειοθετημένων σε ατέλειωτες σειρές ραφιών. Η χρήση της λέξης «ατέλειωτες» εδώ, είναι ρομαντικά υπερβολική διότι, όπως με οδύνη διαπίστωσα, ο συνολικός χώρος που καταλαμβάνουν οι «φάκελοί» μου δεν ξεπερνά τις δυο στήλες κακοβιδωμένων ντέξιον συνολικής επιφάνειας 80Χ120 και βάθους μόλις 30 (όλες οι τιμές σε εκατοστά).
  4. Με δεξί κλικ και κατόπιν delete μπορώ να διαγράψω όποιον φάκελο θέλω. Δεν διέγραψα κανέναν. Μου αρκεί να ξέρω πως μπορώ να το κάνω. Πως κατέχω αυτή την τρομερή δύναμη.
  5. Φακ. Με τη νέα τρομερή μου δύναμη μόλις διέγραψα το φάκελο «Εβδομήντα οκτώ στάσεις για σεξ στα όρθια». Δεν το ήθελα. Κατά λάθος έγινε.
  6. Zip-άρισα τον εαυτό μου και τον έστειλα με mail στον Κ.Κ.Μοίρη. Ήπιαμε καφέ, θρηνήσαμε για το χαμένο φάκελο και καταστρώσαμε σχέδια για το ταξίδι στα Καρπάθια. Στο τέλος τα αποθήκευσα όλα σε έναν νέο φάκελο που του έδωσα το κωδικό όνομα btbw. Κατά την αποστολή μου πίσω, κόλλησε το δίκτυο και βρέθηκα να βολοδέρνω επί ώρες, συμπιεσμένος σ’ έναν μογγολικό σέρβερ με έθνικ τσόντες και εκπαιδευτικά βιντεάκια από ευνουχισμούς αλόγων με τα δόντια.
  7. Αύριο λέω να δοκιμάσω το copy-paste. Να πάω σούπερ μάρκετ και χασάπη ταυτόχρονα.
  8. Φακ! Κόλλησε το usb στο αυτί. Ευτυχώς που δεν το είχα βάλει στον κώλο.

Χρειαζόμαστε τίποτα άλλο από το σούπερ μάρκετ; (part 3)

sky

.

δύο σφουγγαράκια, μακαρόνια…

.

.

————

(Χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου, από το ανοιχτό παράθυρο του γραφείου, διακρίνω δύο τετραγωνικά ουρανό, αν διπλώσω τον αυχένα μου αριστερά και μετά στρίψω το κεφάλι ενενήντα μοίρες προς τα πάνω και μείνω σ’ αυτή τη θέση ακίνητος σα νεκροζώντανος. Μπορώ να το κάνω. Χωρίς να κουνηθώ ούτε χιλιοστό από τη θέση μου. Αριστερά και πάνω. Κλακ! Σα νεκροζώντανος.)


Επόμενη σελίδα: »


Watch videos at Vodpod and other videos from this collection.

Κατηγορίες

Αρχείο