το τεστ της πεταλούδας

Σήμερα είδα μια πεταλούδα.

Ήταν μια όμορφη πετ… Τα φτερά της, πολύχρωμα… στο πρωινό φως… τα πόδια της… ένα, δύο, τρία πέντε… τέλος πάντων, αρκετά για να μπορεί να κρατιέται πάνω στο λουλούδ… και οι σταγ της βροχής στα φύλ… το λίκνισμα των κορμών (πεύκα)… και το αεράκ… το αεράκ… και το… η… η πεταλούδ…

Και η πολύχρωμη πεταλούδ…

(σιχαίνομαι να γράφω για πεταλούδες)

snuff

c

.

[πιριρί πιριρό… πιριρί πιριρ…]

Τι κάνεις;

Καθαρίζω φασολάκια, γαμώ το κέρατό μου! … Εσύ;

Κρεμμύδια.

Snuff!

Σνιφ…

από μόνο του

Στη σημερινή κοινωνία της ζούγκλας που ζούμε, ακόμη και ένα απέθαντο μπορεί να πεθάνει κάποια στιγμή, έτσι: από μόνο του.

απέθαντα στα τέσσερα

Βαρέθηκα.

Μόνος με όλα αυτά τα γαμημένα απέθαντα γύρω μου να περπατούν με μάτια σα σβησμένες οθόνες και να σκοντάφτουν κάθε τόσο εδώ κι εκεί και να ουρλιάζουν σα να τους σκίζεται η ψυχή· βαρέθηκα. Και να μην υπάρχει τίποτα, κανείς να αντιγυρίσει το βλέμμα μου, κανείς να απορροφήσει τους ήχους μου, μόνο ουάααργκ… ουάααργκ…, μόνο κενό – κενό κι εγώ- σα να ζω στο εσωτερικό μιας σφαίρας από καθρέφτες. Σιχάθηκα να είμαι, σιχάθηκα νιώθω, να ακούω, να μυρίζω, σιχάθηκα να γεύομαι, σιχάθηκα να βλέπω σε κάθε γαμημένο απέθαντο που με περιτριγυρίζει, ξανά και ξανά και ξανά και ξανά, τον ίδιο κι απαράλλαχτο, γαμημένο μου, εαυτό.

Και μετά εκείνο το όνειρο.

Είμαι μέσα στο νερό. Ξαπλωμένος στο πράσινο νερό. Και το ρεύμα με παρασέρνει αργά κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων και ο ήλιος εναλλάσσεται με τις σκιές πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Ζέστη και κανένας ήχος εκτός από το τρίξιμο των κλαδιών, πίσω από το χλιαρό νερό που πλημμυρίζει τα αυτιά μου, και μόνο μια ανάσα, μόνο μια ζωή. Και μετά νιώθω ένα μούδιασμα ψηλά στην πλάτη και γυρίζω και βλέπω ότι έχω σκαλώσει σε ένα κλαδί και το κλαδί έχει διαπεράσει τον ώμο μου και μια σκουρόχρωμη κηλίδα που ξεκινάει από την πληγή, ξετυλίγεται σα μονοπάτι στο νερό. Κανένας πόνος, μόνο ένα βουητό που απλώνεται και τυλίγει σαν ομίχλη το κεφάλι μου.

Αυτό.

Χωρίς αρχή, χωρίς τέλος και μετά ξυπνάω.

Στην κατάστασή μου, σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να κάνω μια προσπάθεια, τουλάχιστον να γαμήσω.

Και ξεκίνησα την προσπάθεια, στήνοντας μια περίπλοκη παγίδα με ελάσματα και σχοινιά και λεπτούς -σχεδόν αόρατους- σπάγκους που μόλις τους άγγιζες, απελευθέρωναν ένα χοντρό ξύλινο παλούκι που σου καρφωνόταν απευθείας στη βάση του στέρνου και, με την ορμή που χτυπούσε, σε σήκωνε περίπου τρία μέτρα ψηλά πάνω από τη γη. Σχεδόν κάθε μέρα έπιανα εκεί κι από ένα απέθαντο. Το κατέβαζα με τη βοήθεια μιας τροχαλίας ενώ εκείνο ούρλιαζε και χτυπιόταν (ουάαααργκ… ουάαααργκ… ), και το έσερνα, δεμένο χειροπόδαρα, σε μια ευρύχωρη αίθουσα χορού με ωραίο ξύλινο πάτωμα, που είχα ανακαλύψει λίγο πιο κάτω, στο ισόγειο ενός καλοδιατηρημένου νεοκλασικού. Εκεί, του περνούσα ένα από εκείνα τα ωραία δερμάτινα φίμωτρα με το φερμουάρ στο στόμα και την αλυσίδα, και μετά το έριχνα στα τέσσερα και το κάρφωνα στο πάτωμα με κάτι μακριά ατσάλινα καρφιά. Είχα ξεσηκώσει αυτή τη μέθοδο από ένα παλιό βιβλίο και, παρά τους αρχικούς μου ενδοιασμούς, σύντομα διαπίστωσα ότι επρόκειτο πράγματι για έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο για να ακινητοποιήσει κανείς στα γρήγορα ένα λυσσασμένο απέθαντο. Έχωνα δύο καρφιά στα πόδια -ένα πίσω από κάθε γόνατο- και άλλα δύο στα χέρια λίγο πιο πάνω από τους καρπούς, προσέχοντας έτσι ώστε το καρφί να περάσει στο κενό μεταξύ κερκίδας και ωλένης έτσι ώστε να πετύχω τη μεγαλύτερη δυνατή σταθερότητα. Έπειτα πετούσα την τσάντα με τα εργαλεία στην άκρη, κατέβαζα το παντελόνι και έμπαινα χωρίς πολλά πολλά στο απέθαντο. Είτε στη φύση του είτε παρά αυτής. Λίγο με απασχολούσε. Κι ακόμα λιγότερο απασχολούσε το γαμημένο το απέθαντο.

Την πρώτη φορά είχα πιάσει έναν παχουλό άντρα γύρω στα πενήντα. Γνωστή φυσιογνωμία. Νομίζω ότι ήταν κάποιος πολιτικός· πρώην υπουργός…δήμαρχος… κάτι τέτοιο. Είχα όμως να γαμήσω δυόμιση χρόνια –από τότε που ξέσπασε η επιδημία- κι έτσι, άντρας ξε-άντρας, σκέφτηκα, δήμαρχος ξε-δήμαρχος, θα το ξεσκίσω. Και αυτό ακριβώς έκανα. Όταν τελείωσα μαζί του, το πάτωμα της αίθουσας ήταν καλυμμένο με σκόρπια απέθαντα μέλη που τινάζονταν σαν μηχανικά παιχνίδια μέσα σε μια θάλασσα από πηχτό μαύρο αίμα, εντόσθια, τρίχες και περιττώματα, και μερικά μέτρα ξετυλιγμένου εντέρου, παραφουσκωμένου με συσσωρευμένο σπέρμα δυόμιση ετών. Μετά, καθώς καθόμουν και κάπνιζα ακουμπισμένος σε μια σπλήνα, σκεφτόμουν ότι κάποιος θα έπρεπε να καθαρίσει τώρα όλο αυτό το βόρβορο και να προετοιμάσει το χώρο για το επόμενο πάρτι, και αυτός δεν ήταν άλλος από εμένα, αλλά εκείνη τη στιγμή άκουσα ξανά, από μακριά, το γδούπο της παγίδας κι ένα απεγνωσμένο ουρλιαχτό (ουάααργκ… ουάααργκ…) κι έτρεξα, με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά και με την ελπίδα να ζωντανεύει ξανά ανάμεσα στα πόδια μου, και το αίμα να πλημμυρίζει την ελπίδα μου και να την κάνει να πάλλεται (την ελπίδα μου), όταν, στρίβοντας από τη γωνία και κοιτώντας ψηλά, είδα έναν τεράστιο απέθαντο παπά να σφαδάζει καρφωμένος στο παλούκι με τα μισά του σωθικά χυμένα στην άσφαλτο κάτω από τα πόδια του. Από θεολογικής απόψεως το σκηνικό ήταν εντελώς ντεκαβλέ, εντούτοις με έκπληξη διαπίστωσα ότι η ελπίδα μου όχι μόνο παρέμενε ζωντανή, αλλά με θρασύτητα τεντωνόταν τώρα, δείχνοντας σαφέστατα, ψηλά προς τον παπά. Κι αυτός ήταν ένας παπάς σαν βιτρίνα κοσμηματοπωλείου. Με τα ράσα του τα χρυσοποίκιλτα, τα μούσια του, τις χρυσές καδένες και εκείνη την κορώνα στο κεφάλι που δε θυμάμαι πως τη λένε… Παπάς full extra! Ένιωσα ένα κάψιμο χαμηλά, στην ελπίδα. Γιατί εν κατακλείδι είμαι (πάντα ήμουν) άντρας με πολλές κι ακατανόμαστες αδυναμίες κι ομολογώ ότι κάτι τέτοια μεταλλικά σέξτοϋς πολύ με φτιάχνουν και κάνουν την ελπίδα μου να σκληραίνει, κι έτσι Παπάς, ξε-παπάς, σκέφτηκα, θα τον εγαμήσω. Και εγάμησον αυτόν πάραυτα. Και τύλιξον αυτόν μετά του εντέρου του δημάρχου και εκρέμασον αυτόν εκ του φωτιστικού του χοροδιδασκαλείου. Και ξαναγάμησον αυτόν αντιστρόφως, τοιούτως ειπείν ανάποδα. Και εγάμησον αυτόν αγρίως (δις) και βαρβάρως (τρις).

… Αμήν.

Κατόπιν τούτου, σωριάστηκα εξουθενωμένος στο πάτωμα και αποκοιμήθηκα αγκαλιά με το συκώτι του Δημάρχου για μαξιλάρι.

Δεν ξαναγάμησα για δέκα μέρες. Όταν μου ξανάρθε η όρεξη, στην παγίδα είχε πιαστεί ένα απέθαντο βρωμόσκυλο τσιουάουα. Αφού το κανόνισα κι αυτό, αποφάσισα να γίνω πλέον πιο επιλεκτικός. Έκαιγα τους άντρες και τα ζώα που έπιανα, έτρωγα τα παιδιά, και για σεξ, κρατούσα μόνο τις γυναίκες.

Μια μέρα έπιασα την Εύη, μια παλιά μου συμμαθήτρια, που μου είχε ρίξει κάποτε δυο απανωτές χυλόπιτες, μία στην δευτέρα και μία στην τρίτη γυμνασίου. Συγκινημένος από αυτή την αναπάντεχη συνάντηση, την έσυρα από τα μαλλιά μέχρι τη γνωστή αίθουσα και την κάρφωσα βιαστικά στο πάτωμα. Όταν εκσπερμάτωσα μέσα της, το σπέρμα μου εκτοξεύτηκε με τέτοια δύναμη, που διαπέρασε ολόκληρο το σαπισμένο σώμα της και βγήκε από την κόγχη του δεξιού ματιού, εκτινάσσοντας το βολβό τουλάχιστον πέντε μέτρα μακριά. Μετά κάθισα απέναντί της και την παρατηρούσα κι εκείνη ούρλιαζε συνεχώς (ουάαααργ… ουάααααααργκ…) και τίναζε το κεφάλι της σα λυσσασμένο ζώο, προσπαθώντας να τεντωθεί να με δαγκώσει, και τραβούσε με δύναμη τα χέρια και τα πόδια, αλλά τα καρφιά ήταν καλά χωμένα στις σανίδες του πατώματος και η αλυσίδα γύρω από το λαιμό της χοντρή και γερή, και εγώ αισθανόμουν ασφαλής εκεί, στο ένα μέτρο μακριά της, να της φυσάω τον καπνό του τσιγάρου μου στα μούτρα και στη νέα οπή του προσώπου της, εκεί όπου κάποτε φώλιαζε το μάτι της ενώ τώρα έχασκε μια σκοτεινή τρύπα από όπου έσταζε το ακόμα χλιαρό, άσπρο σπέρμα μου.

Το επόμενο πρωί, της έβγαλα προσεκτικά το φίμωτρο και στάθηκα όρθιος από πάνω της κρατώντας το βαρύ μεταλλικό σφυρί, ενώ εκείνη βάλθηκε να δαγκώνει και να τραβάει τις σάρκες από τα καρφωμένα χέρια της, προκειμένου να απελευθερωθεί.

Παρακολουθούσα το κεφάλι της να ανεβοκατεβαίνει με μανία και το τρυφερό στόμα της –όλο δόντια- να ξεσκίζει το σάπιο κρέας και να ροκανίζει στη συνέχεια το κούφιο οστό και σκέφτηκα Θεέ μου, και τι δε θα έδινα για μία πίπα εδώ και τώρα!, και ήταν την αμέσως επόμενη στιγμή, που η Εύη κατάφερε μ’ ένα τελευταίο τράβηγμα να αποκολλήσει τα χέρια της και να σηκωθεί στα γόνατα, γυρίζοντας τον κορμό της προς το μέρος μου, γρυλίζοντας και προσπαθώντας να με φτάσει με τα κολοβωμένα άκρα της, και που εγώ σήκωσα τη βαριοπούλα και –χωρίς δεύτερη σκέψη- την κατέβασα, με ένα καλοζυγισμένο δυνατό χτύπημα, απευθείας στο κεφάλι της.

δύσπιστος

[τους ακούω από το παράθυρο του γραφείου]

Τριάντα τρεις σήμερα…

Τριάντα ένας. Το είδα τώρα στο αυτοκίνητο.

Τριάντα τρεις, η Κομοτηνή.

Τριάντα εφτά είπαν, στην Αθήνα.

Τριάντα εφτά και στη Λάρισα.

Αύριο θα δροσίσει όμως.

Πού; Στη Λάρισα;

Όχι. Εδώ.

Ναι καλά…

γυναικοδουλειά

[…]

Όλοι σώπασαν, λίγο απογοητευμένοι. Ο Χουιτίτερλι έσκυψε στο αυτί του Γεδεώνος και του είπε σιγά:
- «Θα με πιστέψετε αν σας πω πως, σ’ ολόκληρη τη ζωή μου, δεν γνώρισα παρά μόνο μία γυναίκα;»
- «Απίστευτο!» αναφώνησε ο γέρος δύσπιστα.
- «Έτσι όπως σας το λέω», έκανε ο άλλος, χωρίς να υψώσει τη φωνή· «τη γνώρισα, περιμένετε να δείτε, το ογδόντα πέντε, στο Λονδίνο σε ένα σαλόνι».
- «Πέστε μου, πέστε μου».
- «Βρισκόμουν σε μια δεξίωση και μας σύστησαν. Από τότε δεν την ξαναείδα».
- «Και δεν γνωρίσατε άλλες κυρίες, σε κείνη τη δεξίωση;» μουρμούρισε ο Γεδεών.
- «Καμία», απάντησε ο καπετάνιος ψιθυριστά. «Στο λόγο της τιμής μου».
- «Ούτε πήγατε ποτέ σ’ άλλες δεξιώσεις;»
- «Ποτέ».
Στη σιωπή, κανείς δεν ήξερε τι να κάνει. Ο Χουιτίτερλι έσκυψε και πάλι στ’ αυτί του Γεδεώνος:
- «Θέλετε να σας διηγηθώ την ιστορία της ζωής μου;»
- «Όχι, ευχαριστώ», έκανε αμέσως ο γέρος.

[…]

.

—————

από: Αύγουστο μήνα γυναίκα μου δε σε ξέρω, του Ακίλε Καμπανίλε, εκδ. Αστάρτη, 1988.

Blood brothers (sequel)

Τι είναι αυτά που μας έφερε;

Ξηροί καρποί, ξέρω ‘γω;

Βλέπω και κάσιους εδώ μέσα.

Κάσιους, πού;

Να εδώ: Ένα δύο τρία… τέσσερα, πέντε… Ωρεπούστημου είναι πάνω από δέκα.

Όχι ρε γαμώτο, σοβαρά;

Μα την παναγία. Μέτρα τα κι εσύ.

Δύο… τέσσερα… οκτώ… δώδεκα… Ωρεπούστημου! Δεκαεπτά! Μην τα φας!

Σιγά μην τα φάω. Με χοληστερίνη στα 299; Γκαρσόν…

Τι κάνεις;

Τι κάνω; Θα του πω να τα πάρει πίσω.

Γιατί;

Γιατί αλλιώς θα αμολήσω την του διαβόλου να του κάνει μήνυση για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Πώς σερβίρεις κάσιους σε κάποιον που έχει χοληστερίνη 299;

Ωρεπούστημου, δεν το είχα σκεφτεί αυτό.

Την επόμενη φορά θα φέρω τις αναλύσεις, να του τις κολλήσω στη μούρη… Εκεί που λέει CHOLESTEROL: 299! Στη μούρη. Και εκεί που λέει LDL: 260.

——

Τι είναι αυτά;

Αγγουράκια. Ωραία είναι.

Κι εκείνα τα άλλα;

Καρότα ρε. Δεν έχεις ξαναδεί καρότα;

Και πώς τα κόψανε έτσι; Σαν τα σέξτοϋς της Θαμπελίνας μοιάζουν.

Μοιάζουν, αλλά είναι καρότα.

Ελιές δε βλέπω.

Καλύτερα. Παχαίνουν.

Γκαρσόν…

Τι έπαθες πάλι;

Θέλω ελιές. Θα του πω να φέρει ελιές.

Ωρεπούστημου!

Οι ελιές έχουν μονοακόρεστα. Τα μονοακόρεστα είναι καλά.

Αρχίδια. Στο στρατό είχαμε έναν μονάρχιδο επιλοχία. Μαλάκας ήτανε.

Τώρα που το λές… Κι εγώ, στα δεκαεννιά, είχα μία ακόρεστη γκόμενα. Φάκιν σέξμασίν. Σ’ ένα καλοκαίρι με έστειλε τρεις φορές στο νοσοκομείο με αφυδάτωση. Κόντεψε να με ξεκάνει.

Στα δεκαεννιά καλά είναι όμως.

Ναι, στα δεκαεννιά καλά είναι.

… Και τώρα, στα σαράντα, το γύρισες στις ελιές.

… Τι παπάρας!

——

Πέστου να φέρει κι άλλο ένα λαγκαβούλιν.

Ήπιες ήδη δύο. Δεν κάνει. Παστά-καπνιστά απαγορεύονται. Πιες καρντού

Απαγορεύονται για σένα που έχεις LDL 260. Εγώ είμαι μια χαρά –LDL 110- και θέλω λαγκαβούλιν.

Τουλάχιστον βάλε λίγο πάγο… Γκαρσόν!

Μην τολμήσεις…

——

Το πήρες το χάπι;

Ναι, εντάξει. Χτυπάμε καμιά τεκίλα, τι λες;

Σφηνάκι;

Ναι ρε ‘συ… Λεμόνι, αλάτι… Μπαμ και κάτω.

Πόση πίεση έχεις;

Δεκαπέντε η μεγάλη εννιά η μικρή.

… Και χοληστερίνη 299 και θες και τεκίλα με αλάτι; Άστο καλύτερα. Θα πάρω εγώ τεκίλα κι εσύ πάρε κανένα σφηνάκι καρπούζι που έχει και φυτικές ίνες… Τι με κοιτάς;

Έχεις αφήσει μια μονοακόρεστη ελιά στο πιάτο.

… Γκαρσόν!

——

Δώσε ένα πουράκι.

Πάρε.

Ωραία μυρίζει.

Μμ.

Παφ.

Παφ.

Φφφφφφ… Πήγα στον ουρολόγο. Κλείσαμε την Τετάρτη για ψηλάφηση.

Καλά, άστο τώρα… Τα λέμε αύριο… Φφφφφφ.

… Είναι ένας με κάτι χοντρά δάχτυλα σα λουκάνικα.

Εντάξει. Θα μου τα πεις αύριο.

… Μιλάμε για πολύ χοντρά δάχτυλα… Να φανταστείς ότι δε θυμάμαι το όνομα, θυμάμαι όμως τα δάχτυλα.

Παφ! Τον κοίταξες στα μάτια;

Όχι. Ή μάλλον ναι… Δηλαδή δε θυμάμαι… Θυμάμαι που κοιτούσα τα δάχτυλα. Κι αυτά κοιτούσαν εμένα.

Τέλος πάντων. Κόφτο τώρα. Ας τελειώσουμε το ποτό.

Παφ.

Παφ.

Φφφφφ…

Φφφφφ….

Σου έχω πει ποτέ για κείνη τη γκόμενα που είχα κάποτε και που ήθελε σώνει και καλά να μου βάζει δάχτυλο;

… Θα σκάσεις επιτέλους, να φχαριστηθούμε το πουράκι;

κουλούρι

Πρωί. Περνάω από το φούρνο και μπροστά εκεί, στην άκρη του δρόμου, είναι σταματημένο ένα ασθενοφόρο. Αλάρμ αναβοσβήνουν, η σειρήνα στην οροφή γυρίζει σιωπηλά. Δύο γεροδεμένοι νοσοκόμοι σηκώνουν σαν πούπουλο μια αναπηρική καρέκλα, όπου κάθεται ένας σχεδόν αόρατος γέρος, φυλακισμένος πίσω από κάτι ριγέ πυτζάμες, και την σπρώχνουν, από την ανοιχτή πόρτα, στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Παρακεί στέκεται η γριά και κοιτάζει. Από το αριστερό της χέρι κρέμεται μια μικρή σακούλα φαρμακείου, παραφουσκωμένη με φάρμακα και βιβλιάρια υγείας. Στο δεξί κρατάει ένα διαλυμένο χαρτομάντιλο, που το πηγαινοφέρνει μηχανικά από το στόμα, στα μάτια, στη μύτη, πίσω στο στόμα και μετά πάλι στα μάτια. Σαν να μην είναι ευχαριστημένη με αυτό που γεύεται, με αυτό που βλέπει, με αυτό που μυρίζει. Σα να πρέπει διαρκώς να διορθώνει τη γεύση του.

Αν αποφασίσει να πετάξει αυτό το κομμάτι χαρτί εδώ κάτω στο δρόμο, σκέφτομαι, θα ανοίξει μια τρύπα μέχρι την άλλη μεριά της γης. Αυτή την εντύπωση έχω. Αλλά ευτυχώς εκείνη δεν το πετάει.

Το κρατάει σφιχτά στη χούφτα της ακόμη κι όταν ο ένας νοσοκόμος της προσφέρει το χέρι του για να τη βοηθήσει να ανέβει και να κάτσει δίπλα στο γέρο. Και μετά, άθελά μου, την παρακολουθώ μέσα από το τζάμι καθώς το ασθενοφόρο βάζει μπροστά κι απομακρύνεται. Το ίδιο χαρτομάντιλο: στόμα – μύτη – μάτια- πάλι στόμα  κ.ο.κ.

Στο χέρι μου κρατάω ένα κουλούρι, από αυτά τα σουσαμένια που παίρνω για πρωινό στο γραφείο. Έπρεπε να το δώσω στη γριά, λέω. Να της δώσω το κουλούρι και διακριτικά να τραβήξω από τα χέρια της εκείνο το χαρτομάντιλο… Με προσοχή να το ακουμπούσα στο πεζοδρόμιο και να το άφηνα εκεί να στεγνώσει στον πρωινό ήλιο.

… Αντί να κάθομαι και να κοιτάζω σαν πεινασμένος.

πινγκ

πού ξεκινά ο ουρανός;

corinne_mercadier_ou commence le ciel no4 1995

Πριν από μερικές ημέρες η μικρή δεν είχε σχολείο και έτσι την πήρα μαζί μου στο γραφείο. Όλη την ημέρα καθόταν σε μια άκρη και ζωγράφιζε τρώγοντας κεράσια, και κάποια στιγμή, κατά το μεσημεράκι, σήκωσε το κεφάλι της, ακούμπησε πίσω στην πλάτη της καρέκλας, ξεφύσησε και είπε Μπαμπά πότε θα φύγουμε;

Καθίσαμε τότε παρέα και σκαρώσαμε αυτό εδώ το cd.

.

Το ανέβασα κι εδώ, να υπάρχει για όποιον άλλον το θέλει.

.

τα περιεχόμενα μπορείτε (όπως και την προηγούμενη φορά) να τα δείτε εδώ

.

η φωτογραφία είναι της Corinne Mercadier, από τη σειρά Où commence le ciel ?, απ’ όπου δανείστηκα και τον τίτλο του ποστ.

Επόμενη σελίδα: »


Watch videos at Vodpod and other videos from this collection.

Κατηγορίες

Αρχείο