Μπαμπά;
Παιδί μου;
Έχεις φάει ποτέ σαπουνάδες ή χαρτιά ή άμμο;
Φυσικά, αλλά όχι όλα μαζί. Όταν ήμουν μικρός ας πούμε, λίγο πιο μεγάλος από σένα, τρελαινόμουν για χαρτιά. Ειδικά για εφημερίδες. Ο παππούς σου δεν προλάβαινε ούτε να τις διαβάσει. Μόλις έμπαινε στο σπίτι, τις ακουμπούσε μαζί με τα κλειδιά στο τραπέζι, και μέχρι να πάει να βγάλει τα παπούτσια του και να γυρίσει, εγώ τις είχα ήδη φάει και ήθελα κι άλλο. Μια φορά από τη λαιμαργία μου έφαγα κατά λάθος και τα κλειδιά.
Ωωω!
Βεβαίως. Οχτώ κλειδιά και μαζί και το μπρελόκ. Του σπιτιού, της εξώπορτας του σπιτιού, της αποθήκης, του γραφείου, της εξώπορτας του γραφείου, της ντουλάπας του γραφείου, του αυτοκινήτου και του πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου. Χλαααπ… μαζί με τα διημερεύοντα φαρμακεία και τα βενζινάδικα. Ούτε που το κατάλαβα.
Και μετά;
Τίποτα. Για λίγο καιρό με κουβαλούσανε παντού και με χώνανε ολόκληρο σε κάθε κλειδαριά που ήθελε κλείδωμα ή ξεκλείδωμα. Μετά, ωρίμασαν επιτέλους τα σύκα και για δέκα μέρες με ταΐζανε μόνο σύκα και ζεστό γάλα. Με πήγανε στο γιατρό, μου δώσανε κάτι χάπια απ’ το στόμα, μου βάλανε και κάτι άλλα στον κώλο (υπόθετα τα λένε) και ύστερα με βάλανε να κάτσω σ’ έναν κουβά.
Για κακά;
Όχι. Για χέσιμο.
Αα!
Δυο μερόνυχτα με κρατούσαν εκεί καθισμένο και με φυλούσαν με βάρδιες μη τυχόν και σηκωθώ και πάω να χέσω ποιος-ξέρει-πού έξω από το σπίτι και χάσουμε τα κλειδιά.
Και έχεσες;
Όχι. Ο παππούς σου τότε έπαιρνε μια εφημερίδα που τη λέγανε Αυριανή. Θα σου πω ένα πράγμα γιε μου κι αυτό να το θυμάσαι: Είναι αδύνατον να χέσεις όταν το έντερό σου έχει βουλώσει με Αυριανή.
Γι’ αυτό εσύ παίρνεις τώρα πια Καθημερινή;
Σσσσς… θα μας ακούσει κανένας… Αυτό να μην το ξαναπείς. Την Καθημερινή την παίρνω μια φορά το μήνα για τη μάνα σου που θέλει το maison & decoration. Εγώ, τη χέζω την Καθημερινή και τα ένθετά της μαζί.
Και το Γαστρονόμο μαζί;
Και το Γαστρονόμο μαζί.
Α! Καλά. Σε πιστέψαμε. Και τελικά τι έγινε;
Τελικά έχεσα μετά από ένα μήνα όταν ο παππούς αποφάσισε να το γυρίσει στο Έθνος: Ανακάλυψαν ότι το Έθνος μου φέρνει χεσμόκ.
Χεσ- τι;
Χεσμόκ. Όταν χέζεις γρηγορότερα και περισσότερο απ’ όσο τρως. Πολύ επικίνδυνη επιπλοκή. Ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να απορροφήσει τα θρεπτικά συστατικά της τροφής, πριν την αποβάλλει, και κινδυνεύεις να πεθάνεις από αβιταμίνωση. Ακόμη διπλώνομαι από τον πόνο όταν βλέπω Έθνος κρεμασμένο σε περίπτερο. Μία εβδομάδα έχεζα. Χρειάστηκαν εκατόν σαράντα εφτά κουβάδες και τα αναθεματισμένα τα κλειδιά ήταν στον εκατόν σαράντα έξι. Έβγαλα ολόκληρο το αρχείο της Αυριανής και μερικά αγνοούμενα burda της γιαγιάς. Ο παππούς καταχάρηκε. Μάζεψε τις Αυριανές, τις χώρισε σε μήνες και χρονιές και τις έδωσε για βιβλιοδεσία. Νομίζω ότι ακόμα έχει τους δερματόδετους εκείνους τόμους κάπου στο πατάρι. Τα burda τα πετάξανε γιατί όσο και να έψαξαν στάθηκε αδύνατο να βρούνε τα πατρόν. Θέλεις κάστανα;
Ναι. Σιντί έχεις φάει;
Όχι.
Ντιβιντί;
Όχι. Εκείνη την εποχή οι εφημερίδες δεν είχαν ούτε περιοδικά, ούτε βιβλία, ούτε σιντί και ντιβιντί ούτε ήταν και τυλιγμένες σε πλαστικές σακούλες. Και να σου πω και κάτι; Ήταν σχεδόν ολόκληρες μονόχρωμες. Μάλιστα.
Μονόχρωμες; Δηλαδή;
Δηλαδή δεν είχαν έγχρωμες φωτογραφίες… δεν είχαν χρώματα. Ήταν βρωμοάσπρο το χαρτί και μαύρα τα γράμματα. Και οι φωτογραφίες βρωμοασπρόμαυρες. Και μάλιστα, επειδή οι περισσότερες ήταν και κακοτυπωμένες, πολλές φορές το μαύρο έβγαινε λίγο ξεθωριασμένο και πάνω στο βρωμοάσπρο χαρτί έμοιαζε περισσότερο με μπλαβί.
Μπλαβί; Τι είναι πάλι αυτό;
Χμμ… Τίποτα. Ένα χρώμα.
Και το έτρωγες κι αυτό;
Βεβαίως.
Ουάου!
Αυτό είπε και η μάνα σου όταν το είδε για πρώτη φορά.
Ποιο;
Το μπλαβί.
Θα μου δώσεις κανένα κάστανο;
Πάρε και καθάρισε.
Δεν μπορώ.
Γιατί;
Γιατί είμαι μικρός.
Άντε καλά. Πάρε.
Ευχαριστώ.
Παρακαλώ.
…
…
Μπαμπά;
Παιδί μου;
Έχεις φάει ποτέ άμμο ή σαπουνάδες;
Μπαμπά;
Παιδί μου;
Έχεις φάει ποτέ σαπουνάδες ή χαρτιά ή άμμο;
Φυσικά, αλλά όχι όλα μαζί. Όταν ήμουν μικρός, λίγο πιο μεγάλος από σένα, τρελαινόμουν για χαρτιά. Ειδικά για εφημερίδες. Ο παππούς σου δεν προλάβαινε ούτε να τις διαβάσει. Μόλις έμπαινε στο σπίτι, τις ακουμπούσε μαζί με τα κλειδιά στο τραπέζι, και μέχρι να πάει να βγάλει τα παπούτσια του και να γυρίσει, εγώ τις είχα ήδη φάει και ήθελα κι άλλο. Μια φορά από τη λαιμαργία μου έφαγα κατά λάθος και τα κλειδιά.
Ωωω!
Βεβαίως. Οχτώ κλειδιά και μαζί και το μπρελόκ. Του σπιτιού, της εξώπορτας του σπιτιού, της αποθήκης, του γραφείου, της εξώπορτας του γραφείου, της ντουλάπας του γραφείου, του αυτοκινήτου και του πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου. Χλαααπ! Μαζί με τα διημερεύοντα φαρμακεία και τα βενζινάδικα, ούτε που το κατάλαβα.
Και μετά;
Τίποτα. Για λίγο καιρό με κουβαλούσανε παντού και με χώνανε ολόκληρο σε κάθε κλειδαριά που ήθελε κλείδωμα ή ξεκλείδωμα. Μετά, ωρίμασαν επιτέλους τα σύκα και μια μέρα με βάλανε κάτω και με ταΐσανε μέχρι σκασμού. Με πήγανε στο γιατρό, μου δώσανε κάτι χάπια απ’ το στόμα, μου βάλανε και κάτι άλλα στον κώλο (υπόθετα τα λένε), μου δώσανε να πιω κι ένα απαίσιο υγρό και ύστερα με βάλανε να κάτσω σ’ έναν κουβά.
Για κακά;
Όχι. Για χέσιμο. Δυο μερόνυχτα με κρατούσαν εκεί καθισμένο και με φυλούσαν με βάρδιες μη τυχόν και σηκωθώ και πάω να χέσω ποιος-ξέρει-πού έξω από το σπίτι και χάσουμε τα κλειδιά.
Και έχεσες;
Όχι. Ο παππούς σου τότε έπαιρνε μια εφημερίδα που τη λέγανε Αυριανή. Θα σου πω ένα πράγμα γιε μου κι αυτό να το θυμάσαι: Είναι αδύνατον να χέσεις όταν το έντερό σου έχει βουλώσει με Αυριανή.
Γι’ αυτό εσύ παίρνεις τώρα πια Καθημερινή;
Σσσσς… θα μας ακούσει κανένας… Αυτό να μην το ξαναπείς. Την Καθημερινή την παίρνω μια φορά το μήνα για τη μάνα σου που θέλει το maison & decoration. Εγώ, τη χέζω την Καθημερινή και τα ένθετά της μαζί.
Και το Γαστρονόμο;
Και το Γαστρονόμο.
Α! Καλά. Σε πιστέψαμε. Και τελικά τι έγινε;
Τελικά έχεσα μετά από ένα μήνα όταν ο παππούς αποφάσισε να το γυρίσει στο Έθνος: Ανακάλυψαν ότι το Έθνος μου φέρνει χεσμόκ.
Χεσ- τι;
Χεσμόκ. Όταν χέζεις γρηγορότερα και περισσότερο απ’ όσο τρως. Πολύ επικίνδυνη επιπλοκή της ανάγνωσης. Ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να απορροφήσει τα θρεπτικά συστατικά της τροφής, πριν την αποβάλλει, και κινδυνεύεις να πεθάνεις από αβιταμίνωση. Ακόμη διπλώνομαι από τον πόνο όταν βλέπω Έθνος κρεμασμένο σε περίπτερο. Μία εβδομάδα έχεζα. Χρειάστηκαν εκατόν σαράντα εφτά κουβάδες και τα αναθεματισμένα τα κλειδιά ήταν στον εκατόν σαράντα έξι. Έβγαλα ολόκληρο το αρχείο της Αυριανής και μερικά burda της γιαγιάς. Ο παππούς καταχάρηκε. Μάζεψε τις Αυριανές, τις χώρισε σε μήνες και χρονιές και τις έδωσε για βιβλιοδεσία. Νομίζω ότι ακόμα έχει τους δερματόδετους εκείνους τόμους κάπου στο πατάρι. Τα burda τα πετάξανε γιατί όσο και να έψαξαν στάθηκε αδύνατο να βρούνε τα πατρόν. Θέλεις κάστανα;
Ναι. Σιντί έχεις φάει;
Όχι.
Ντιβιντί;
Όχι. Εκείνη την εποχή οι εφημερίδες δεν είχαν ούτε περιοδικά, ούτε βιβλία, ούτε σιντί και ντιβιντί ούτε ήταν και τυλιγμένες σε πλαστικές σακούλες. Και να σου πω και κάτι; Ήταν σχεδόν ολόκληρες μονόχρωμες. Μάλιστα.
Μονόχρωμες; Δηλαδή;
Δηλαδή δεν είχαν έγχρωμες φωτογραφίες… δεν είχαν χρώματα. Ήταν άσπρο το χαρτί και μαύρα τα γράμματα. Και οι φωτογραφίες ασπρόμαυρες. Και μάλιστα, επειδή οι περισσότερες ήταν και κακοτυπωμένες, πολλές φορές το μαύρο έβγαινε λίγο ξεθωριασμένο κι έμοιαζε περισσότερο με μπλαβί.
Μπλαβί; Τι είναι πάλι αυτό;
Χμμ… Τίποτα. Ένα χρώμα.
Και το έτρωγες κι αυτό;
Βεβαίως.
Ουάου!
Αυτό είπε και η μάνα σου όταν το είδε για πρώτη φορά.
Ποιο;
Το μπλαβί.
Θα μου δώσεις κανένα κάστανο;
Πάρε και καθάρισε.
Δεν μπορώ.
Γιατί;
Γιατί είμαι μικρός.
Άντε καλά. Πάρε.
Ευχαριστώ.
Παρακαλώ.
…
…
Μπαμπά;
Παιδί μου;
Έχεις φάει ποτέ άμμο ή σαπουνάδες;
Πρόσφατα σχόλια