στο πατάρι

Πρώτα -είπα- θ’ ανέβω στο πατάρι για να κατεβάσω το κουτί με τα σύνεργα της παραλίας. Έστησα την ξεχαρβαλωμένη σκάλα στο διάδρομο και τη στιγμή που έκανα εκείνο το μεγάλο βήμα χωρίς επιστροφή, όπου ξαφνικά βρίσκεσαι με το ένα πόδι χωμένο στο πατάρι και το άλλο να τρέμει ισορροπώντας πάνω στη χειρολαβή της σκάλας –αυτή τη στάση τη λέω Επιτοίχιο Σπαγκάτο Αιώρησης Στα Όρθια (Ε.Σ.ΑΙ.Σ.Ο.)- η καλή μου που στεκόταν από κάτω θαυμάζοντας την ευλυγισία μου στα 43(-), είπε: Βλέπω ότι φοράς καθόλου βρακί, χαρά μου!

(Η έκφραση φοράω καθόλου βρακί είναι ένας οικονομολογικός οικιακός νεολογισμός, μία μετεξέλιξη της έκφρασης φοράω μπόλικο βρακί ή αρκετό βρακί (ή σε προχωρημένα στάδια: λίγο βρακί) που ξεκινήσαμε να χρησιμοποιούμε γύρω στα Χριστούγεννα όταν διαπιστώσαμε ότι ο λόγος υφάσματος/τρύπες στα βρακιά μου άρχισε να πέφτει κάτω από το 1,3. Για λόγους συντομίας ονομάσαμε τον αριθμό αυτόν Το Κλάσμα και αρχίσαμε να τον καταγράφουμε μετά από κάθε κλανιά και κάθε μπουγάδα. Κάποια στιγμή κατά το Πάσχα, το Κλάσμα μου άγγιξε το 0,5 και συγκαλέσαμε έκτακτο οικογενειακό συμβούλιο και το συμβούλιο διαπίστωσε ότι η απότομη πτώση στις τιμές του Κλάσματός μου οφείλονταν όχι τόσο στο πλύσιμο στους 60 βαθμούς (αυτό το έχουμε περιορίσει για οικονομία) ούτε στο εντατικό σιδέρωμα (αυτό το έχουμε κόψει τελείως αλλιώς δε μας φτάνουν τα λεφτά για τα μακαρόνια του μήνα) όσο στην αλόγιστη και προκλητική υπερπαραγωγή θερμοπυρηνικών αερίων εκ μέρους του κώλου μου και ως εκ τούτου δε θεμελίωνα δικαίωμα για καινούριο βρακί φέτος. Παρόλ’ αυτά, η αλήθεια είναι ότι όταν ένα απόγευμα πριν από δύο μήνες μετά από τρεις μελιτζάνες ιμάμ, άγγιξα  το 0,25, η καλή μου τρομοκρατήθηκε και είπε: Βγαίνω αγορά, θέλεις καινούριο βρακί ή 2 ευρώ πασατέμπο;  Αλλά εγώ εντωμεταξύ είχα συνηθίσει να ζω με αυτές τις τιμές Κλάσματος και δε με πείραζε και πολύ και είπα Πασατέμπο, κι έτσι θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τελικά είμαι άξιος της μοίρας μου.)

Όπως και να ‘χει, εγώ αγνόησα το σχόλιο και ανέβασα και το δεύτερο πόδι στο πατάρι και χώθηκα ολόκληρος μέσα και –αυτό που ήθελα εν τέλει από την αρχή να πω, είναι ότι- ψάχνοντας για τα καλοκαιρινά κουβαδάκια βρήκα σε ένα κουτί τις πίπες μου και όλα τα σύνεργα για τον καθαρισμό και την περιποίησή τους και μαζί ένα αρχινημένο σακουλάκι με καπνό που μοσχοβολούσε ακόμα, ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια.

Και τα κατέβασα κι αυτά.

Και όλα αυτά που λέμε έγιναν πριν από δυόμιση μήνες, περίπου στα μέσα Ιουνίου του 2011 του μαλάκα.

Αυτό.

Θα μπορούσα δηλ. να είχα γράψει απλά: Ανέβηκα στο πατάρι και βρήκα τις πίπες μου και έτσι άρχισε το καλοκαίρι μου.

πρεσβυωπία

Έκανα λίγο πίσω για να διαβάσω ένα όνομα στον τηλεφωνικό κατάλογο και χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο. Πρέπει επιτέλους να βάλω ίντερνετ στο σπίτι για να βρίσκω όποιο τηλέφωνο θέλω στο γουάιτπέιτζις.τζιάρ. Προφανώς στην ηλικία μου, άνευ ευρυζωνικότητος, τίθεται πια και θέμα σωματικής ακεραιότητος.

(να μην ξεχάσω -εν’ όψει κοκορετσικότητος- να διευρύνω με μια νέα τρύπα την περιφέρεια της ζωνικότητός μου)

 

… Γαμημένα σαρανταδύο.

βεντούζες

Ο πεθερός μου έμαθε ότι με τις φυσιοθεραπείες δεν βελτιώθηκε η κατάσταση στην πλάτη μου και ήρθε την Κυριακή με τις βεντούζες του. Είπε έχεις ξαναβάλει βεντούζες Γιώργο*; είπα δε με λένε Γιώργο* σκατόγερε, είπε καλά καλά… έχεις ξαναβάλει βεντούζες; είπα όχι, είπε βγάλε τη μπλούζα και ξάπλωσε, είπα αποκλείεται πρώτα θα φάμε, είπε τι φαϊ είπα κότσια στο φούρνο και μπρατκαρτόφελν, είπε εντάξει ρε Γιώργο* βάλε και κανένα τσίπουρο και καθίσαμε και φάγαμε και ήπιαμε και μετά με μάτι που γυάλιζε μου είπε ξάπλωσε τώρα να βάλουμε τις βεντούζες, κι εγώ έβγαλα την μπλούζα και ξάπλωσα στον καναπέ και μετά εκείνος έβγαλε τα σύνεργα από το κουτί -ένα μπουκάλι οινόπνευμα, έξι ποτηράκια και ένα πιρούνι τυλιγμένο στην άκρη με βαμβάκι- και στάθηκε από πάνω μου με το πιρούνι στο χέρι σα δήμιος και είπε με βροντερή φωνή και τώρα χρειάζομαι έναν αναπτήρα Γιώργο*, και τότε εγώ φώναξα κυρά-Γιώργαινα*, φέρε έναν αναπτήρα στο σκατόγερο να τελειώνουμε, κι εκείνη έφερε εκείνον με την ξεβράκωτη ξανθιά με τις ζαρτιέρες που τον είχα πάρει τα Χριστούγεννα από έναν πλανόδιο κι ο πεθερός κοίταξε την ξεβράκωτη ξανθιά και κούνησε το κεφάλι του επιτιμητικά και μετά άναψε το βαμβάκι και είπε μη τυχόν και κλάσεις τώρα κάθαρμα γιατί θα σε κάψω ζωντανό τ’ ορκίζομαι, αλλά οι νόστιμες μπρατκαρτόφελν θέλουν πολλά κρεμμύδια να τσιγαριστούν σε χαμηλή φωτιά για να γλυκάνουν και αυτά τα γλυκά τα κρεμμύδια φέρνουν πολύ κλάσιμο και πάνω λοιπόν που εκείνος έβαζε κι έβγαζε τις  βεντούζες και τα παιδιά μου ούρλιαζαν μηηη τον μπαμπά και τα ανίψια μου μηηη το θείο Γιώργο*, μου ξέφυγε μία πορδή από ‘κείνες τις έρπουσες και καυτερές που απλώνονται σαν έκζεμα στο δέρμα και δεν ξεκολλάνε ακόμα κι αν βγεις στο μπαλκόνι και τιναχτείς, κι αμέσως μετά –λες και το ‘κανε επίτηδες ο σκατόγερος- του ‘φυγε το αναμμένο βαμβάκι από το πιρούνι και έπεσε πάνω στην πλάτη μου και πήραν φωτιά πρώτα οι τρίχες και μετά το κρέας και άρχισα να καίγομαι ζωντανός, κανονικό ολοκαύτωμα σου λέω, να κυλιέμαι στον καναπέ και να βγάζω καπνούς κι εκείνος μόνο είπε, καίγεται ο Γιώργος*, φέρτε λίγο νερό κι ένα καινούριο βαμβάκι.

Και το βράδυ ξάπλωσα μπρούμυτα στο κρεβάτι γιατί αλλιώς δε γινόταν και η κόρη του ξάπλωσε δίπλα μου και είπε για να δω, κι εγώ είπα ωωωχ κι εκείνη σήκωσε προσεκτικά το μπλουζάκι και είπε πω πω σα να σε γάμησε ο αρχιτούθις έγινες, κι εγώ επειδή δεν μπορούσα να γυρίσω να της τραβήξω μια σφαλιάρα γιατί με το τέντωμα θα ξεκολλούσε το δέρμα από την πλάτη μου, είπα μόνο γκρρρμφ και εκείνη είπε πάλι καλά δε λες που έπεσε το βαμβάκι στην πλάτη σου και όχι στο κεφάλι, φαντάζεσαι να άρπαζε φωτιά η στέπα; σα λαμπάδα θα καιγόσουν, και εγώ είπα με 1,74 ύψος σκατά λαμπάδα, περισσότερο με ρεσό θα έμοιαζα, αλλά εκείνη με χάιδεψε στο κεφάλι σα πληγωμένο θηρίο και είπε 1,74 θα ήσουν σκέτος αγάπη μου, μαζί με τη φλόγα θα ξεπερνούσες τα 1,95!

.

.

————

* Who the fuck is Giorgo?

εξαγριωμένος

Κοιμήθηκα τα άγρια μεσάνυχτα, ξύπνησα τα άγρια χαράματα και για πρωινό έφαγα μαρμελάδα από άγρια βατόμουρα.

Ένα σας λέω μόνο: Γυαλίζει το μάτι μου…