άνθρωποι & ποντίκια

Edward_del_Rosario_Untitled_2004_362_42

Edward del Rosario, Untitled, 2004

.

——

6/9

7:03

Βρήκα ένα ποντίκι στο χαλάκι της εξώπορτας. Το σήκωσα και το ακούμπησα στο τραπεζάκι δίπλα στο τηλέφωνο.

.

——

8/9

9:52

Σύνδεσα το καλώδιο του ποντικιού στο δεξί μου αυτί.

Παρατηρήσεις:

  1. Συνέχισα να ακούω μόνο από το αριστερό αυτί.
  2. Μετακινώντας το ποντίκι πάνω στο τραπέζι, ανέκτησα τον έλεγχο των κινήσεων του κεφαλιού μου. Συνήθως δεν τον έχω (τον έλεγχο) και το κεφάλι μου στρέφεται κάθε τρεις και λίγο, για γριφοειδής λόγους, όπου του καπνίσει. Τώρα, με το ποντίκι συνδεδεμένο στο αυτί, μπορώ επιτέλους να εκτελώ μονάχα αυστηρά προγραμματισμένες και συγκροτημένες κινήσεις. Επίσης μπορώ να στρέψω το πρόσωπό μου πίσω στην πλάτη σαν τη Linda και -με ένα απλό cut-paste- να πάρω τα μάτια από τις κόγχες και να τα επικολλήσω στα ρουθούνια, ή όπου αλλού θέλω (π.χ. μασχάλες ή πατούσες κλπ)
  3. Μετακινώντας τη ροδέλα κύλισης μπρος-πίσω έχω τη δυνατότητα να μεταπηδώ από σκέψη σε σκέψη σα να χαϊδεύω με το χέρι τις ράχες φακέλων αρχειοθετημένων σε ατέλειωτες σειρές ραφιών. Η χρήση της λέξης «ατέλειωτες» εδώ, είναι ρομαντικά υπερβολική διότι, όπως με οδύνη διαπίστωσα, ο συνολικός χώρος που καταλαμβάνουν οι «φάκελοί» μου δεν ξεπερνά τις δυο στήλες κακοβιδωμένων ντέξιον συνολικής επιφάνειας 80Χ120 και βάθους μόλις 30 (όλες οι τιμές σε εκατοστά).
  4. Με δεξί κλικ και κατόπιν delete μπορώ να διαγράψω όποιον φάκελο θέλω. Δεν διέγραψα κανέναν. Μου αρκεί να ξέρω πως μπορώ να το κάνω. Πως κατέχω αυτή την τρομερή δύναμη.
  5. Φακ. Με τη νέα τρομερή μου δύναμη μόλις διέγραψα το φάκελο «Εβδομήντα οκτώ στάσεις για σεξ στα όρθια». Δεν το ήθελα. Κατά λάθος έγινε.
  6. Zip-άρισα τον εαυτό μου και τον έστειλα με mail στον Κ.Κ.Μοίρη. Ήπιαμε καφέ, θρηνήσαμε για το χαμένο φάκελο και καταστρώσαμε σχέδια για το ταξίδι στα Καρπάθια. Στο τέλος τα αποθήκευσα όλα σε έναν νέο φάκελο που του έδωσα το κωδικό όνομα btbw. Κατά την αποστολή μου πίσω, κόλλησε το δίκτυο και βρέθηκα να βολοδέρνω επί ώρες, συμπιεσμένος σ’ έναν μογγολικό σέρβερ με έθνικ τσόντες και εκπαιδευτικά βιντεάκια από ευνουχισμούς αλόγων με τα δόντια.
  7. Αύριο λέω να δοκιμάσω το copy-paste. Να πάω σούπερ μάρκετ και χασάπη ταυτόχρονα.
  8. Φακ! Κόλλησε το usb στο αυτί. Ευτυχώς που δεν το είχα βάλει στον κώλο.
Advertisements

Blood brothers (sequel)

Τι είναι αυτά που μας έφερε;

Ξηροί καρποί, ξέρω ‘γω;

Βλέπω και κάσιους εδώ μέσα.

Κάσιους, πού;

Να εδώ: Ένα δύο τρία… τέσσερα, πέντε… Ωρεπούστημου είναι πάνω από δέκα.

Όχι ρε γαμώτο, σοβαρά;

Μα την παναγία. Μέτρα τα κι εσύ.

Δύο… τέσσερα… οκτώ… δώδεκα… Ωρεπούστημου! Δεκαεπτά! Μην τα φας!

Σιγά μην τα φάω. Με χοληστερίνη στα 299; Γκαρσόν…

Τι κάνεις;

Τι κάνω; Θα του πω να τα πάρει πίσω.

Γιατί;

Γιατί αλλιώς θα αμολήσω την του διαβόλου να του κάνει μήνυση για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Πώς σερβίρεις κάσιους σε κάποιον που έχει χοληστερίνη 299;

Ωρεπούστημου, δεν το είχα σκεφτεί αυτό.

Την επόμενη φορά θα φέρω τις αναλύσεις, να του τις κολλήσω στη μούρη… Εκεί που λέει CHOLESTEROL: 299! Στη μούρη. Και εκεί που λέει LDL: 260.

——

Τι είναι αυτά;

Αγγουράκια. Ωραία είναι.

Κι εκείνα τα άλλα;

Καρότα ρε. Δεν έχεις ξαναδεί καρότα;

Και πώς τα κόψανε έτσι; Σαν τα σέξτοϋς της Θαμπελίνας μοιάζουν.

Μοιάζουν, αλλά είναι καρότα.

Ελιές δε βλέπω.

Καλύτερα. Παχαίνουν.

Γκαρσόν…

Τι έπαθες πάλι;

Θέλω ελιές. Θα του πω να φέρει ελιές.

Ωρεπούστημου!

Οι ελιές έχουν μονοακόρεστα. Τα μονοακόρεστα είναι καλά.

Αρχίδια. Στο στρατό είχαμε έναν μονάρχιδο επιλοχία. Μαλάκας ήτανε.

Τώρα που το λές… Κι εγώ, στα δεκαεννιά, είχα μία ακόρεστη γκόμενα. Φάκιν σέξμασίν. Σ’ ένα καλοκαίρι με έστειλε τρεις φορές στο νοσοκομείο με αφυδάτωση. Κόντεψε να με ξεκάνει.

Στα δεκαεννιά καλά είναι όμως.

Ναι, στα δεκαεννιά καλά είναι.

… Και τώρα, στα σαράντα, το γύρισες στις ελιές.

… Τι παπάρας!

——

Πέστου να φέρει κι άλλο ένα λαγκαβούλιν.

Ήπιες ήδη δύο. Δεν κάνει. Παστά-καπνιστά απαγορεύονται. Πιες καρντού

Απαγορεύονται για σένα που έχεις LDL 260. Εγώ είμαι μια χαρά –LDL 110- και θέλω λαγκαβούλιν.

Τουλάχιστον βάλε λίγο πάγο… Γκαρσόν!

Μην τολμήσεις…

——

Το πήρες το χάπι;

Ναι, εντάξει. Χτυπάμε καμιά τεκίλα, τι λες;

Σφηνάκι;

Ναι ρε ‘συ… Λεμόνι, αλάτι… Μπαμ και κάτω.

Πόση πίεση έχεις;

Δεκαπέντε η μεγάλη εννιά η μικρή.

… Και χοληστερίνη 299 και θες και τεκίλα με αλάτι; Άστο καλύτερα. Θα πάρω εγώ τεκίλα κι εσύ πάρε κανένα σφηνάκι καρπούζι που έχει και φυτικές ίνες… Τι με κοιτάς;

Έχεις αφήσει μια μονοακόρεστη ελιά στο πιάτο.

… Γκαρσόν!

——

Δώσε ένα πουράκι.

Πάρε.

Ωραία μυρίζει.

Μμ.

Παφ.

Παφ.

Φφφφφφ… Πήγα στον ουρολόγο. Κλείσαμε την Τετάρτη για ψηλάφηση.

Καλά, άστο τώρα… Τα λέμε αύριο… Φφφφφφ.

… Είναι ένας με κάτι χοντρά δάχτυλα σα λουκάνικα.

Εντάξει. Θα μου τα πεις αύριο.

… Μιλάμε για πολύ χοντρά δάχτυλα… Να φανταστείς ότι δε θυμάμαι το όνομα, θυμάμαι όμως τα δάχτυλα.

Παφ! Τον κοίταξες στα μάτια;

Όχι. Ή μάλλον ναι… Δηλαδή δε θυμάμαι… Θυμάμαι που κοιτούσα τα δάχτυλα. Κι αυτά κοιτούσαν εμένα.

Τέλος πάντων. Κόφτο τώρα. Ας τελειώσουμε το ποτό.

Παφ.

Παφ.

Φφφφφ…

Φφφφφ….

Σου έχω πει ποτέ για κείνη τη γκόμενα που είχα κάποτε και που ήθελε σώνει και καλά να μου βάζει δάχτυλο;

… Θα σκάσεις επιτέλους, να φχαριστηθούμε το πουράκι;

οι ένοχοι (αλλαξο-ποστιές)

drinking

ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ- ΚΥΝΙΚΗ *ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Εν γνώσει των συνεπειών της κατάπτυστης και ουδόλως πρωτότυπης πράξης μας, ομολογούμε εκούσια πως η πατρότητα του ποστ «Η Πόρτα» που αναρτήθηκε στο βλογ του Κ.Κ.Μοίρη κατοχυρώνεται-με DNA σφραγίδα- στον kopoloso και αντιστοίχως τη γονική επιμέλεια του ποστ «Τάιμ άουτ» στο βλογ Βlow your head off αναλαμβάνει πλήρως και ανεπιφύλακτα ο Κ.Κ.Μοίρης ως ο μόνος σπερματοδότης.

Οι λόγοι που μας οδήγησαν στην απελπισμένη αυτή κίνηση ήταν οι εξής:

Ζηλεύαμε θανατερά ο ένας τα διθυραμβικά σχόλια στο ποστ του άλλου και αποφασίσαμε να σκίσουμε για μια μέρα τη ζήλια στα δύο και να τη μοιραστούμε για να μας πέσει λιγότερο δύσπεπτη.

.

.

* και τώρα μπορείτε να μας ρίξετε στα σκυλιά

.

(η μέγιστη αθλιότητα ήταν που εμφανιστήκαμε και ως σχολιαστές στα δικά μας ποστ, το τελευταίο σκαλί πριν το χρυσό μετάλλιο του εξευτελισμού)

σπαράγγια

[piriri piriro… piriri piri-klak]

Έλα. Τι έγινε;

Στείλανε προσφορά.

Και;

Τέσσερα άτομα-μία βραδιά 802 λέβα νταν.

Δηλαδή;

400 γιούρος.

400 γιούρος;

400 γιούρος.

… Και δεν τους απάντησες: «fuck you» ;

Θα το έκανα αλλά περίμενα να σε ρωτήσω πρώτα αν ξέρεις πως το λένε στα βουλγάρικα.

Δεν ξέρω. Πες τους απλά «fuck you». Θα καταλάβουν.

Είσαι σίγουρος;

Ναι.

[klik]

[piriri piriro… piriri piri-klak]

Έλα.

Τους το είπα.

Ωραία. Πώς τους φάνηκε;

Δεν ξέρω, μου απάντησαν κάτι στα Βουλγάρικα.

Στα Βουλγάρικα; Είσαι σίγουρος;

Ναι.

Ω ρε πούστη μου!

Τι;

Ω ρε πούστη μου!

Τι ρε; Τι;

Τη γαμήσαμε.

Γιατί ρε; Τί; Λέγε ρε γαμώτο.

Φακ! Θυμάσαι πέρσι την άνοιξη, εκείνη την επιδημία AIDS που ξέσπασε στον κάμπο και ξεπάστρεψε όλο τον αντρικό πληθυσμό από 30 έως 92;

Ναι ναι θυμάμαι. Εκατόν σαράντα δύο οροθετικοί αγρότες σε δύο ημέρες. Πρωτοφανές! Και το πιο περίεργο ήταν, ότι όλοι τους ήταν σπαραγγοκαλλιεργητές.

Καθόλου περίεργο.

Τι θες να πεις;

Περίπου ένα μήνα πριν ξεκινήσουν τα πρώτα κρούσματα, ο κυρ-Θόδωρας ο πρόεδρος των ντόπιων σπαραγγοπαραγωγών…

Έχουν οι σπαραγγοπαραγωγοί μας πρόεδρο;

Με δουλεύεις; Γιατί να μην έχουν; Στην Ελλάδα ήμαστε. Όλοι έχουν κι από τρεις-τέσσερις προέδρους. Λοιπόν άκου και μη διακόπτεις.

Ακούω.

Ο κυρ-Θόδωρας λοιπόν έστειλε email στον σύνδεσμό του στη Βουλγαρία, για να του περάσει τρία τέσσερα λεωφορεία με φτηνούς εποχιακούς εργάτες στην Ελλάδα για τη συγκομιδή.

Ο κυρ-Θόδωρας ο πρόεδρος στέλνει και email;

… Ε, είσαι μαλάκας! Θα μ’ αφήσεις να ολοκληρώσω;

Εντάξει ρε, τι φωνάζεις; Γαμώ τα σπαράγγια μου μέσα! Ορίστε… συνέχισε.

Άντε να δούμε… Λοιπόν: Στέλνει ο κυρ-Θόδωρας Δευτέρα το mail, του ‘ρχεται Τρίτη πρωί πρωί η απάντηση: “Three busses, 135 workers, for 10 days = 54.000 euros. Best regards. Ivan”.

Ivan;

Καλά δε μιλάω.

Το βλέπει ο κυρ-Θόδωρας το φιρμάνι, το συγκρίνει με το αντίστοιχο 5.400 γιούρος της προηγούμενης χρονιάς και δίχως να το πολυσκεφτεί, πατάει reply, γράφει “fuck you” και το ξαμολάει.

Ωχ. Κάτι μου θυμίζει αυτό.

Καλά κάνει και στο θυμίζει… Πριν καλά καλά σηκωθεί μπροστά από το laptop o κυρ-Θόδωρας…

Και laptop o κυρ Θόδωρας;

Ε, άντε και γαμήσου επιτέλους ρε φίλε!

Τι μαλάκας!

Ε, πια…! Κάνει λοιπόν να σηκωθεί αλλά ξαναβλέπει εισερχόμενο mail με αποστολέα “Ivan”, ξανακάθεται, το ανοίγει και βλέπει ένα κατεβατό στα Βουλγάρικα.

Όχι ρε πούστη μου!

Από Βουλγάρικα εντωμεταξύ ο κυρ-Θόδωρας… μαύρα μεσάνυχτα. Ξαναπατάει reply, πετάει ένα “fuck you twice”, το στέλνει και περιμένει. Περνάνε πέντε δευτερόλεπτα, δέκα, τριάντα… Τίποτα.

Έχω ανατριχιάσει μιλάμε.

Και πού να ακούσεις παρακάτω. Κλείνει λοιπόν το laptop ο κυρ Θόδωρας και πάει στο καφενείο. Δύο ημέρες μετά –κι ενώ ο πρόεδρος ακόμα δεν είχε βγει από το καφενείο- φτάνουν τρία λεωφορεία με βουλγάρικες πινακίδες και παρκάρουν έξω από την εκκλησία. Ένας από τους οδηγούς κατεβαίνει, ρωτάει,  μπαίνει στο καφενείο και βρίσκει τον κυρ Θόδωρα να κοιμάται πάνω στη σόμπα. Με τα χίλια ζόρια τον ξυπνάει και του χώνει ένα διπλωμένο ραβασάκι στο χέρι.

Από τον Ivan;

Από τον Ivan.

Ω ρε πούστη μου!

Το ανοίγει ο πρόεδρος και με το ένα μάτι κλειστό ακόμα διαβάζει: «Dont think twice, its all right. Kisses. Ivan.”

Αυτό;

Αυτό.

Ε, και;

Κάτσε ντε… Μετά σκύβει ο οδηγός και του λέει κάτι στο αυτί και τότε και το άλλο μάτι του κυρ Θόδωρα ανοίγει κι αυτό, κι αμέσως ο πρόεδρος δίνει εντολή να ειδοποιηθούν όλοι οι σπαραγγοπαραγωγοί, πως το εργατικό προσωπικό έχει καταφθάσει και να τρέξουν όλοι στα χωράφια τους για να δώσουν τις σχετικές εντολές και ξεκινήσει η συγκομιδή. Αρχίζουν λοιπόν να βαράνε οι καμπάνες, τα τρακτέρ να μουγκρίζουν, σκόνη, φωνές, κακό… Κουβαλιούνται όλοι στα χωράφια και περιμένουν. Ντάλα ο ήλιος εντωμεταξύ πάνω από τα κεφάλια τους. Μετά από λίγο καταφτάνουν και τα τρία λεωφορεία, σταματάνε και πριν καλά καλά κατακαθήσει η σκόνη ανοίγουν οι πόρτες και κατεβαίνουν 135 ξενόγλωσσες δίμετρες νεαρές, με στολές εργασίας…

Τι στολές εργασίας ρε ‘συ; Φόρμες, γαλότσες κτλ;

… Καλά μαλάκας είσαι;

… Εντάξει δεν ξαναμιλάω.

Κατεβαίνουν λοιπόν οι ξενόγλωσσες από τα λεωφορεία με τα δωδεκάποντα να βουλιάζουν στο χώμα και χλατς! –χωρίς καν να περιμένουν εντολές και οδηγίες από τους ντόπιους παραγωγούς- πέφτουν στα τέσσερα κι αρχίζουν να μαζεύουν σπαράγγια! Φαντάσου το σκηνικό: Οι αγρότες στην άκρη του χωραφιού, ο ήλιος από πάνω, λεωφορεία, τρακτέρ παρακεί, η σκόνη να κατακάθεται σιγά σιγά, μπροστά ο κάμπος με τα σπαραγγοχώραφα κι εκεί ανάμεσα στους μικρούς θάμνους, να ξεφυτρώνουν κάθε τόσο μικρές συστάδες από καλλίγραμμους κώλους, άλλοι προχείρως καλυμμένοι με στρινγκ και άλλοι ουδόλως… Τώρα δε μιλάς ε;

Ακούω.

Για να μη στα πολυλογώ η σοδειά εκείνη τη χρονιά πήγε κατά διαόλου. Μέσα σε μόλις δύο μέρες το νέο είχε μαθευτεί παντού και ξαφνικά μέχρι και κάτι υπέργηροι συνταξιούχοι του ΟΓΑ ξεσηκώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν ξανά στα χωράφια «για να βάλουν κι αυτοί ένα χεράκι και να βοηθήσουν τους νιους!».  Κάποιοι δεν έφευγαν καθόλου από τα χωράφια τους, κάποιοι άλλοι κουβαλήσανε και τα σκυλιά τους. Σε δέκα ημέρες ακριβώς οι καλλίγραμμες κυρίες επιβιβάστηκαν ξανά στα λεωφορεία κι εξαφανίστηκαν μέσα στο ίδιο σύννεφο σκόνης από το οποίο είχαν εμφανιστεί. Οι οδηγοί που τις συνόδευαν δε ζήτησαν δεκάρα τσακιστή. «Δώρο από τον Ivan», είπανε μόνο και φύγανε.

Ω ρε πούστη μου! Δεν το πιστεύω…

Κι όμως. Δύο ημέρες μετά άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα και σύντομα διαγνώστηκαν συνολικά εκατόν σαράντα δύο κρούσματα aids.

Το θυμάμαι ρε γαμώτο!

Λοιπόν;

Τι λοιπόν;

Τώρα τι κάνουμε;

Δεν ξέρω ρε γαμώτο. Λες να μας στείλει κι εμάς κανένα λεωφορείο o Ivan;

Λεωφορείο το βρίσκω κάπως υπερβολικό. Κανένα ραδιοταξί ίσως. Πρέπει να προετοιμαστούμε. Σπαράγγια έχεις;

Όχι. Μόνο κάτι μαρούλια σε μια σακούλα στο συρτάρι του ψυγείου.

Εγώ έχω μερικά στην κατάψυξη.

Πού τα βρήκες;

Στο σούπερ μάρκετ.

Πήγες σούπερ μάρκετ και δεν είπες τίποτα;

Πήγα. Το Σάββατο.

Και δεν είπες τίποτα;

Αφού μάζευες ελιές ρε παπάρα το Σάββατο.

Ε, και τι σημασία έχει; Δεν μπορώ δηλαδή να μαζεύω ελιές και να ψωνίζω στο σούπερ μάρκετ ταυτόχρονα;

Ξέρω ‘γω; Μπορείς;

Είσαι παπάρας…

Κι εσύ είσαι παπάρας.

Και σιγά μη μπω εγώ μαζί σου στη σάουνα.

Χαμάμ ήτανε.

Και σιγά μη μπω εγώ μαζί σου στο χαμάμ.

Γιατί… θα πάμε τελικά;

Και γιατί να μην πάμε; Προτιμάς ν’ ανοίξεις την κατάψυξή σου μια ωραία μέρα και ν’ ανακαλύψεις ανάμεσα στα κατεψυγμένα σου σπαράγγια έναν κώλο με στρινγκ;

Γιατί όχι;

Άσε τις μαλακίες και δώσε τα στοιχεία για να καταθέσουμε την προκαταβολή.

Τώρα;

Τώρα. Αύριο ίσως να είναι κιόλας αργά.

πούρα & τουλούμπες

Τι ‘ν’ αυτό;

Εσύ για τι το κόβεις; [παφ]

Ξέρω ‘γω; … Πούρο;

Πούρο.

Λίγο μεγάλο δεν είναι για πούρο;

Μια χαρά είναι για πούρο. [παφ] [παφ]

Εμένα δε θα μου δώσεις;

Θες;

Έχεις και πιο μικρά πούρα;

Πουράκια.

Δώσε μου ένα πουράκι τότε.

………

Τι ‘ν’ αυτό;

Πουράκι δε ζήτησες;

«Cojimar Senoritas Cherry«;

[παφ] Αυτό έχω σε «μικρό». Το θες ή όχι;

Δώστο.

………

[παφ]

[παφ]

[παφ]

[παφ]

………

Ζέστη ρε γαμώτο!

[παφ]

[παφ]

Θα μου βάλεις λίγη μανιταρόσουπα ακόμα;

………

Αυτό τι’ ναι πάλι;

Βότκα-μαρτίνι.

Κι αυτό;

Τουλούμπες.

Φακ!

[παφ]…

………

Τι έπαθες;

Τίποτα. Έσβησε.

Φάε μια τουλούμπα.

Αφού δε μου ‘φερες πιρούνι.

Φα’ την με το χέρι.

Φέρ’ τα σπίρτα.

………

Καλή; [παφ]

[παφ] [παφ] Κάτσε να την καταπιώ πρώτα…

[παφ] … [παφ] … [παφ]

Ωωωχ…

Τι;

Καίει.

Ποιο;

Η τουλούμπα.

Μη λες μαλακίες. Οι τουλούμπες δεν καίνε.

Αυτή καίει.

Τότε δεν ήταν τουλούμπα.

Και τι ήταν;

Ξέρω ‘γω; Μήπως κατάπιες το πούρο; [παφ]

Φακ!

Τι;

Κατάπια το πούρο.

Στο είπα εγώ.

Φακ!

Θες νερό;

Όχι νερό… Mανιταρόσουπα.

Δεν έχει… Έχει όμως λίγο τραχανά στο ντουλάπι, θες να στον βράσω;

Μη λες μαλακίες. Δεν προλαβαίνουμε. Πεθαίνω.

[παφ]

………

Ουφ…

Εντάξει είσαι;

Κάπως καλύτερα.

Ν’ ανοίξω και την άλλη βότκα;

Μπα όχι… Δώσε καλύτερα τα σπίρτα.

Θ’ αυτοπυρποληθείς;

Όχι ρε. Θα ξανανάψω το πούρο μου.

Το πούρο σου;

Ναι, γιατί;

Ξέρω ‘γω; Εσύ γιατί λες;

Δεν αφήνεις τις εξυπνάδες;

Άντε καλά. [παφ]

………

[παφ] [παφ]

Γαμώ τα cherry μου μέσα γαμώ…

Τι [παφ] έγινε;

Δεν ανάβει το γαμημένο.

Λογικόν. [παφ] [παφ]

Μπα; Γιατί;

Γιατί [παφ] δεν είναι πούρο, είναι τουλούμπα. [παφ]

Ε, και;

Τι «ε, και»;

Ε, και τι μ’ αυτό;

Τίποτα. Απλώς το επισημαίνω.

… Γκαζάκι έχεις;

Όχι. Ν’ ανάψω το τζάκι;

………

[παφ]

[παφ] [παφ]

Ζέστη ρε γαμώτο.

Στο μπαλκόνι έχει τριάντα δύο.

Εδώ;

Πενήντα τρεις και μισό.

Καλά είναι.

Να ρίξω κανένα ξύλο ακόμα; [παφ]

Και δε ρίχνεις…

[παφ]

[παφ]

Τι λέει η τουλούμπα;

Μπόμπα.

Δώσε καμιά τζούρα και κατά ‘δω.

[παφ]

[παφ]

Διάβασες τίποτα καλό τελευταία;

Κλαρκ.

Βόνεγκατ.

Γκάρλαντ.

Μακάρθυ.

Ασίμωφ.

Δώσε τίποτα.

Μπόρχες

Ποιο;

Άλεφ.

ΟΚ

[παφ]

[παφ]

………

Μαλάκα…!

Τι;

Ο Άη Βασίλης είν’ αυτός;

.

.

.

Τρίτη και δεκατρείς *

Στους σκοτεινούς διαδρόμους ενός μεγάλου σουπερμάρκετ, κάπου εκεί έξω (έκφραση μπαλαντέρ), τρία λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, μπλε πατάτες, Blackfield, δυό λαβράκια, ένα ταμπόν και μια σφουγγαρίστρα γεμάτη γαλλικό αίμα….

Και πολλά γαλλικά (γενικώς).

Mε ένα καστ που θα έκανε τον Τζορτζ Ρομέρο να σαπίσει από τη ζήλια του.

…………………………………………………………….

* μια –ακόμη- υπερπαραγωγή της Kopo Moiris Snuff Posts (η πρώτη είναι αλλά πρέπει να πουλήσουμε και μιαν άλφα μούρη)