βαναυσότητα

Περίμενα στο φανάρι, και μια γιαγιά πετάχτηκε μπροστά στο αυτοκίνητο ακριβώς τη στιγμή που άναψε πράσινο για μένα ενώ για τους πεζούς ήταν κόκκινο.

Την κοίταξα βάναυσα.

Αργότερα το μετάνιωσα και έκλαψα.

.

(Σιγά μην έκλαψα. Σε δύο δευτερόλεπτα το είχα κιόλας ξεχάσει. Συνέχισα ευθεία και στο επόμενο στενό έστριψα αριστερά.)

 

Το πρωί περίμενα στο φανάρι, και μια γιαγιά πετάχτηκε μπροστά στο αυτοκίνητο ακριβώς τη στιγμή που είχε ανάψει πράσινο για μένα και κόκκινο για τους πεζούς.

Γκάζωσα με πατημένο το συμπλέκτη έτσι ώστε το αυτοκίνητο να βρυχηθεί και μόλις γύρισε τρομαγμένη, την κοίταξα βάναυσα.

Μετά το μετάνιωσα και έκλαψα.

.

(Παπάρια. Ούτε έκλαψα ούτε τίποτα. Συνέχισα ευθεία και στο επόμενο στενό έστριψα αριστερά)

gas con carne

Η πρόσκληση ήταν σαφής, Σάββατο βράδυ, μεξικάνικο, κρεμμύδια, φασόλια, ετοιμάσου για ολοκαύτωμα. Άφησα και κάτι υπαινιγμούς για το dress code αλλά τους αγνόησε κι εμφανίστηκε χωρίς μάσκα και με ρούχα κανονικά, δηλαδή από διαπνέον ύφασμα. Είπε, έχω πονοκέφαλο, είπα: εντάξει κι εμένα πονάει η πλάτη μου όταν σφίγγομαι, κι έτσι αποφασίσουμε να αφήσουμε το κλάσιμο για άλλη φορά.

Ζήτησε καφέ, και στην δεύτερη γουλιά συμφωνήσαμε πως η καλύτερη λύση είναι να πάρουμε τα βουνά. Εντάξει είπε, εσύ θα κάνεις πατόφτυαρο στον μπαχτσέ κι εγώ θα κόβω τα ξύλα για τη σόμπα. Είπα δε χρειαζόμαστε ξύλα γιατί είχα δει στο σκάιτιβι ότι στην Ινδία ξεραίνουν τις σβουνιές των αγελάδων και μετά τις στοιβάζουν όμορφα κι ωραία στην αποθήκη και τις χρησιμοποιούν το χειμώνα για καύσιμη ύλη. Ωραία είπε τότε να πάρουμε κανα-δυο αγελάδες να έχουμε και σβουνιές και γάλα και κρέας, είπα κρέας δε γίνεται να έχουμε γιατί άμα σφάξουμε την αγελάδα για να τη φάμε τότε λογικά θα σταματήσει να χέζει και μετά ούτε καύσιμα για τη σόμπα θα έχουμε ούτε να τη μαγειρέψουμε θα μπορούμε κι εκείνος είπε μην είσαι παπάρας δε χρειάζεται να τη σφάξουμε, μπορούμε να κόβουμε κάθε φορά όσο χρειαζόμαστε χωρίς να το σκοτώσουμε το άμοιρο το ζώο, είναι πιο αποδοτικό έτσι είπε δες για παράδειγμα πως λειτουργεί όλη αυτή η ιστορία με το δντ, κι εγώ τότε σκέφτηκα ότι έτσι και του ξαναδώσω να διαβάσει αλδαπουέρτα ή μάστερτον ή πόπη να μου τρυπήσει τη μύτη.

Ο καφές δεν είχε κρυώσει ακόμη όταν του εξομολογήθηκα ότι σταμάτησα πια να διαβάζω εφημερίδα γιατί με εκνευρίζουν εκείνα τα άρθρα που βρίθουν από καλοσιδερωμένες πρότασεις, στριμόκωλες λέξεις και ανούσιους νεολογισμούς. Η αλήθεια είναι ότι αιφνιδιάστηκε λίγο από το νοητικό αυτό άλμα της κουβέντας, από τις αγελάδες στις φυλλάδες, αλλά εγώ αυτό που ήθελα να πω ήταν πως θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε όλο αυτό το ατσαλάκωτο χαρτομάνι σαν προσάναμμα για τις σβουνιές γιατί, παρότι σταμάτησα να διαβάζω, συνεχίζω να αγοράζω μια εφημερίδα κάθε Κυριακή την οποία την διπλώνω και την αφήνω ανέγγιχτη σε ένα καλάθι δίπλα στον καναπέ. Να εδώ του είπα και του έδειξα πού. Έσκυψε να δει και μόλις είδε είπε όχι ρε πούστη μου γιατί να τον κάψουμε τέτοιον θησαυρό καλύτερα να τον ταΐζουμε λίγο λίγο στην αγελάδα κι εγώ είπα έχω κρατημένα και τα cd-προσφορές και πριν προλάβει αυτός να πει τίποτα άλλο τον τράβηξα στο τραπέζι.

Εκεί η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από πιο βαριά θέματα. Μεταξύ άλλων που δε θυμάμαι, μιλήσαμε για τα ιδρωμένα μπούτια της κομμώτριας κι εγώ ρώτησα τι κομμώτρια είναι αυτή που ιδρώνει χειμωνιάτικα και κείνος είπε μόνο τι παπάρας! έχει κύμινο το φαί; Είπα έχει δυο τόνους είπε τέλεια και μετά έβαλε μαζί με τα φασόλια, τρεις χαλαπένιος μέσα στην τορτίγια του και στην πρώτη μπουκιά τα γένια του γίνανε μωβ και τα μαλλιά του γκρίζα και άρχισε να βγάζει καπνούς από τα αυτιά αλλά δεν έδειξε να ενοχλείται ιδιαίτερα, μόνο είπε: θα σου δώσω το τηλέφωνό της να κλείσεις ραντεβού κι εγώ είπα εντάξει, έτσι κι αλλιώς ο μικρός θέλει κούρεμα κι εκείνος ξαναείπε: τι παπάρας!, και μετά: ωρεπούστημου πόσες χαλαπένιος έφαγες; Κι εγώ είπα δεν ξέρω, γιατί; Γιατί φύτρωσαν μωβ μαλλιά στη φαλάκρα σου, είπε εκείνος χαμογελώντας κάτω από τα μωβ γένια του και τότε εγώ είπα, λογικό ρε συ, αφού με τόσο φασόλι δεν κλάσαμε ούτε μια φορά κάπου αλλού θα έβγαινε το ζόρι… και τότε αντιληφθήκαμε τις γυναίκες που μας κοίταξαν στραβά και με μια φωνή είπαν: έτσι και διανοηθείτε να κλάσετε στο τραπέζι… Και τότε κλάσαμε.

ουτοπία

Η στυγνή γαστρεντερολόγος του blog, άφησε σε προηγούμενο ποστ ένα σχόλιο το οποίο άμα τη αναγνώσει του με έριξε σε μία δίνη συλλογισμών και μελαγχολικών αναπολήσεων. Ιδιαίτερα με προβλημάτισε το κατά πόσο, η προτροπή της επιστημονικής κοινότητας «κλάνε ελεύθερα», στα πλαίσια μιας ειρηνικά οργανωμένης οικογενειακής ζωής, μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη ή αν τελικά το κλάνειν ελευθέρως δεν αποτελεί μία ακόμα ουτοπία, μια ουτοπία μάλιστα μεγαλύτερη κι από αυτήν της ειρηνικά οργανωμένης οικογενειακής ζωής της ίδιας.

Τίθονται πολλά ερωτήματα (τα οποία -αν και ειδικός- δεν θα αναλύσω) με πρώτο (ειδικά για όσους έχουν μικρά παιδιά και άλλα κατοικίδια pets) αυτό της ασφάλειας. Αν και είναι ένα θέμα εξαιρετικά πολύπλοκο  για να οργανωθεί με λέξεις από τον μουδιασμένο από τις κλανιές εγκέφαλό μου, θα επιχειρήσω να το προσεγγίσω με ένα παράδειγμα:

Τις προάλλες αμόλησα μία μέτριας έντασης στη μέση του σαλονιού και από το ρεύμα που δημιουργήθηκε με το ανοιχτό παράθυρο, χτύπησε η πόρτα του δωματίου του μικρού με τόση δύναμη που παραλίγο να αποκεφαλίσει το κουνέλι μας. Τα παιδιά έβαλαν τα κλάματα, το κουνέλι από την τρομάρα του πήδηξε από τον τέταρτο και η καλή μου -λες και ήταν έτοιμη από καιρό γι’ αυτό- κινήθηκε απειλητικά εναντίον του κώλου μου κραδαίνοντας μία τεράστια ομπρέλα που είχε πάρει, μια μέρα πριν με ταΐσει γίγαντες, με πέντε ευρώ από έναν αφρικανό μετανάστη. Δικαίως μετά -και αφού πρώτα απέφυγα τεχνηέντως την ομπρέλα- έβαλα τις φωνές γιατί πάει ο καθένας και ανοίγει όποιο παράθυρο γουστάρει όποια ώρα του κατέβει χωρίς καν να ελέγξει πρώτα τι έχω φάει, πού στέκομαι, σε ποιά στάση κλπ.

Κοντολογίς, διαταράχθηκε τρόπον τινά η ειρηνικά οργανωμένη οικογενειακή μου ζωή και θα μου πεις τώρα εντάξει στα στεγανά του λίβινγκ ρουμ δεν έγινε και τίποτα, αλλά για σκέψου ποιές θα ήταν οι επιπτώσεις μιας τέτοιας επιπόλαιης συμπεριφοράς έξω στην κοινωνία. Τι ζημιά θα μπορούσε να προκαλέσει στον -κατά τους ηλίθιους, αδιάρρηκτο– κοινωνικό ιστό ένα ανοιχτό παράθυρο, μια κλανιά μέτριας έντασης και μια ομπρέλα…

Εδώ μια πόρτα και ξεχαρβαλώθηκε τελείως…

νυχτερινή διαδρομή

Η απόσταση από την κρεβατοκάμαρα μέχρι το μπάνιο είναι συνολικά εφτά μέτρα και συνήθως τη διανύω με τα πόδια. Είναι μια ήσυχη μοναχική διαδρομή, πολύ σύντομη ωστόσο για να μου δώσει την ευκαιρία να απορροφηθώ από κάποια σκέψη. Για να γίνει αυτό θα έπρεπε να πάω και να έρθω τουλάχιστον εκατό φορές, πράγμα που μου φαίνεται λίγο επιπόλαιο ειδικά έτσι ξυπόλητος όπως κυκλοφορώ για να μην κάνω θόρυβο. Μια φορά που με είχε πιάσει ένα φοβερό κόψιμο στη μέση της νύχτας και αναγκάστηκα να περπατήσω τη διαδρομή αυτή έντεκα φορές πέρα δώθε, την επόμενη μέρα πονούσε ο λαιμός μου και είχα δέκατα. Για το λαιμό λέει είναι καλές οι γαργάρες με σπαθόχορτο. Γι΄ αυτό μάζεψα λίγο το καλοκαίρι και το φυλάω σε ένα βαζάκι, αλλά από τότε ο λαιμός δε με έχει ξαναπονέσει. Ούτε κόψιμο με ξαναέπιασε. Ακόμα κι έτσι όμως, κάθε φορά που σηκώνομαι τη νύχτα για να πάω στην τουαλέτα και περπατάω ξυπόλητος χωρίς να σκέφτομαι τίποτα θα πρέπει –λέω- να μοιάζω με απέθαντο.