αίμα

[…]

Στα μαγαζιά μπροστά κάθονταν ανάμειχτοι νέοι-γέροι, κάτι μουτράκλες απαίσιες, κάτι χοντροκέφαλοι που γυρνάγανε να με κυαλάρουν και δε λέγαν να με αφήσουν απ’ τα μάτια τους. Ένας από δαύτους, ένας νεαρός με το σακάκι του ριγμένο στον ώμο, με πλησίασε και μου είπε: «Ο μηχανουργός δεν είστε; Μου είπαν ότι με ψάχνατε. Είμ’ ο Ερνέστος ο Λιβαδερός.» Αν και φαινόταν πιο πολιτισμένος από τους άλλους, όσο τον εκοίταζα, τόσο ήταν σαν να ‘βλεπα μπροστά μου τη Τζιζέλα κι είπα μέσα μου: προσοχή και μην ξανοίγεσαι! Τα ίδια σκατά είναι όλοι τους…!

– Αύριο αλωνίζετε…, μου είπε ήσυχα-ήσυχα και βαρεστημένα και πήρε το δρόμο για την εκκλησία. Το μούτρο του έδειχνε μάλλον ποδηλάτη από την επαρχία· που, όταν σου μιλούσε, όμως, δεν κοίταγε, όπως οι άλλοι, κάτω.

– Έψαχνα να σας βρω γιατί, χωρίς να το θέλω, σας επήρα τη δουλειά. Δεν μου το ‘χανε πει.

Έβαλε τα γέλια. «Η μηχανή έτσι κι αλλιώς δουλεύει από μόνη της. Θα κάτσετε καιρό;»

– Εξαρτάται.

Κοιταχτήκαμε – τα μάτια του αυτουνού γέλαγαν ακόμα, οπότε εγώ θυμήθηκα τη Τζιζέλα.

– Με τον Ταλίνο εντάξει;

– Και πολλές ευκαιρίες σπίτι τους να καλοκαρδίζεσαι δεν υπάρχουν, μουρμούρισα.

– Με τον Ταλίνο εγώ είμαστε φίλοι, μου είπε. Πήγαμε μαζί στρατό. Οι άλλοι φαντάροι του ράβανε το φάκελλο, κι αυτός έπεφτε και κοιμότανε απάνω απ’ τις κουβέρτες. Ο Ταλίνο είναι καλός, αρκεί να ξέρεις να του βρεις το κουμπί.

– Μα τι κουμπί και ξεκουμπί, τώρα…! είπα.

Χτύπησαν ξανά οι καμπάνες, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει από την εκκλησία· είδα το Βινβέρα να κατεβαίνει μαζί με τις γυναίκες του, που εφόραγαν μαύρο βελό στο κεφάλι, και μαζί με τα παιδιά και τον Ταλίνο. Βλέποντάς τους εκεί – με τόσον ήλιο- να έρχονται, σκέφτηκα ότι το να χάνεις αίμα στην επαρχία πρέπει να έχει μάλλον μικρότερη σημασία απ’ ό,τι αν το έχανες μέσα σ’ ένα σκοτεινό σπίτι στο Τορίνο. Μια φορά κάποτε είχε συμβεί κάποιο δυστύχημα, είχα δει αίμα πάνω στις γραμμές του τραμ και τρόμαξα· ενώ, όταν σκέφτομαι κάποιον να χάνει αίμα στους καψάλους σκυφτός, μου φαίνεται φυσικότερο – σαν να συνέβαινε λ.χ. στο σφαγείο.

[…]

.

Από το Αγροίκοι, του Cesare Pavese, σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996.
Advertisements

τσόντα

[…]

Η «τσόντα» ως συνώνυμο του πορνό είναι μια έκφραση των αρχών του ’70. Αρχικά σήμαινε πράγματι συμπλήρωση/μάτισμα/εμβολή, αφού ο μηχανικός προβολής παρανέβαλε δυο ή τρία λεπτά πορνό ταινίας μέσα σ’ ένα συμβατικό φιλμ, που προβαλλόταν όμως σε αίθουσα όπου αδημονούσε ένα μυημένο κοινό. Θρυλείται ότι η αρχή έγινε από τον κινηματογράφο «Εύα» στην Αγία Παρασκευή· άλλοι υποστηρίζουν ότι το «Ελίτ» στο Γκάζι είναι το πρώτο διδάξαν. Σταδιακά, πάντως, η τσόντα μεγάλωνε: Το τρίλεπτο έγινε δεκάλεπτο, τέταρτο, μισή ώρα· ώσπου τελικά προέκυψε κανονική προβολή ολόκληρης ταινίας – ή και δύο ταινιών, σύμφωνα με την παράδοση μερικών αιθουσών του κέντρου της Αθήνας. Η πλήρης ταινία δεν ήταν φυσικά, πλέον, «τσόντα». Η ονομασία όμως παρέμεινε ιστορικά, ακριβώς όπως κάποιοι επιμένουν να ονομάζουν «Κολυνό» κάθε οδοντόκρεμα ή «Βίπερ» κάθε βιβλίο τσέπης· δηλαδή από το είδος-αντιπρόσωπο που πρωτογνώρισαν, χαρακτηρίζουν ολόκληρο το γένος. Αποκορύφωμα αυτής της τάσης είναι οι ότι οι σημερινές βιντεοταινίες σεξ λέγονται επίσης τσόντες!

[…]

.

Από το Αυστηρώς Ακατάλληλον, Προγράμματα Αθηναϊκών Κινηματογράφων Sex, του Δημήτρη Φύσσα, εκδ. Δελφίνι, Αθήνα 1994.

Ὁ βοσκὸς καὶ ὁ Χάρος

Δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχῃ κανεὶς μεγάλην πεῖραν τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχον τραγούδια, τῶν ὁποίων αἱ ὑποθέσεις περιεστρέφοντο εἰδικῶς εἰς τὰς περιπετείας καὶ τὰς συνήθεις φροντίδας τῆς ποιμενικῆς ζωῆς καὶ τὰ ὁποῖα εἰδικῶς εἶχον συντεθῆ διὰ νὰ τραγουδοῦνται ἀπὸ τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς βοσκοὺς εἰς τοὺς ἀγροὺς ἤ εἰς τὰ ὄρη. Τὸ ἴδιον συμβαίνει ἀκόμη καὶ τώρα διὰ τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς βοσκοὺς τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος. Μεταξὺ τῶν ποιμενικῶν τραγουδιῶν ἄλλα ἔχουν στιχουργηθῆ, ἂν ὄχι ἀπὸ τοὺς ἰδίους ποιμένας, πάντως χάριν αὐτῶν, καὶ τὰ θέματά των στρέφονται περὶ τὴν ποιμενικὴν ζωήν. Τέτοιο εἶναι τὸ ἑπόμενον τραγοῦδι, γνωστόν, καθὼς ὑποθέτω, εἰς διαφόρους τόπους τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν ὀρεινὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν.

Ὁ μῦθος, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει ὡς θέμα τοῦ τραγουδιοῦ, ἀναμφιβόλως παρουσιάζει κάτι τὸ πολὺ περίεργον· ἐν τούτοις ἴσως δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν μίαν ἀρχικὴν ἰδέαν καὶ μάλιστα ἀρκετὰ ἁπλῆν. Θὰ ἀναφέρω ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐσκέφθην χωρὶς νὰ αποδίδω ἄλλην σημασίαν ἐκείνης, την ὁποίαν θὰ θελήσῃ νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν ὁ ἀναγνώστης.

Μεταξὺ τῶν ἀρχαίων ἐθίμων, τῶν ὁποίων διατηροῦνται λείψανα εἰς τὴν σύγχρονον Ἑλλάδα, πρέπει νὰ συμπεριλάβωμεν τὰ γυμναστικὰ ἀγωνίσματα, ἰδιαιτέρως τὸ ἅλμα, τὸν δρόμον καὶ τὸν δίσκον. Ἡ πάλη καὶ ἡ πυγμαχία εἶναι ἐπίσης γνωστά, ἀλλὰ περισσότερον εἰς τὴν Ἀσίαν καὶ τὰς νήσους παρὰ εἰς ἄλλους τόπους. Ἤκουσα νὰ ἀποδίδωνται εἰς χωρικοὺς Χίους κατορθώματα σωματικῆς δυνάμεως καὶ ἐπιδεξιότητος, τὰ ὁποῖα καθόλου δὲν ὑστεροῦν εἰς θαυμαστὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀρχαίων ἀθλητῶν.

Καὶ ἐφ᾽ ὅσον παρεδέχθην τὴν ἀνωτέρω ὐπόθεσιν, δὲν θεωρῶ παράλογον νὰ ὑποθέσω ἐπίσης ὅτι τὸ ἐπόμενον τραγοῦδι θὰ συνετέθη πρὸς τιμὴν κάποιου ποιμένος φημισμένου κατὰ τὴν ἐποχήν του καὶ εἰς τὸν τόπον του, διὰ τὴν δύναμίν του καὶ διὰ τὴν δεξιότητά του εἰς τὴν πάλην, καὶ ὁ ὀποῖος ἀπέθανε εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας του ἀπὸ τοὺς κόπους, ἢ τυχαίως, συνεπείᾳ τῆς ἀθλητικῆς ἀσκήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετ᾽ ἰδιαιτέρας εὐχαριστήσεως ὑπεβάλλετο.

Ἄλλωστε, ὅποια καὶ ἄν εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ τραγουδιοῦ, εἴτε πραγματική, εἴτε τελείως φανταστική, τὸ τραγοῦδι παρουσιάζει ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἁπλότητα, τὴν χάριν καὶ τὴν εὐχέρειαν τῆς ἐκτελέσεως. Ἐπίσης ὑποθέτω ὅτι εἰς τὸ τραγοῦδι αὐτὸ διαφαίνεται ἔστω καὶ κατὰ κάποιον τρόπον πολὺ ἀόριστον καὶ κάπως ὑπονοούμενον, μία ἠθικὴ ἢ δεισιδαίμων πρόθεσις, τὴν ὁποίαν θὰ ἴδωμεν σαφῶς νὰ ἐκδηλοῦται εἰς ἕνα τῶν ἑπομένων τραγουδιῶν· κατ᾽ αὐτὴν ὁ αἰφνίδιος θάνατος ἑνὸς νέου εἰς τὴν ἀκμήν τῆς ἡλικίας του καὶ τῶν δυνάμεών του παρουσιάζεται ὡς τιμωρία διὰ τὴν τόσον ὑπέρμετρον καὶ τόσον ἀπερίσκεπτον ἀγάπην πρὸς τὰ θέλγητρα καὶ τὰς δυνάμεις τῆς ζωῆς.

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΟΣ

Λαβέντης ἐρροβόλαεν ἀπὸ τὰ κορφοβούνια·
Εἶχε τὸ φέσι του στραβά, καὶ τὰ μαλλιὰ κλωσμένα.
Κ᾽ ὁ Χάρος τὸν ἀγνάντευεν ἀπὸ ψηλὴν ραχοῦλαν,
Καὶ εἰς στενὸν κατέβηκε, κ᾽ ἐκεῖ τὸν καρτεροῦσε·
«Λεβέντη, πόθεν ἔρχεσαι; λεβέντη, ποῦ πηγαίνεις;» –
«Ἀπὸ τὰ πράτα ἔρχομαι, ᾽σ τὸ σπῆτι μου πηγαίνω·
»Πάγω νὰ πάρω τὸ ψωμί, κ᾽ ὀπίσω νὰ γυρίσω.» –
«Κ᾽ ἐμένα μ᾽ ἔστειλ᾽ ὁ Θεὸς νὰ πάρω τὴν ψυχήν σου.» –
«Ἄφσε με, Χάρε, ἄφσε με, παρακαλῶ νὰ ζήσω·
»Ἔχω γυναῖκα πάρα νεάν, καὶ δὲν τῆς πρέπει χήρα·
»Ἄν περπατήσῃ γλίγωρα, λέγουν πὼς θέλει ἄνδρα,
»Κ᾽ ἂν περπατήσῃ ἥσυχα, λέγουν πὼς καμαρόνει.
» Ἔχω παιδιὰ ἀνήλικα, καὶ ὀρφαν᾽ ἀπομνήσκουν.» –
Κ᾽ ὁ Χάρος δὲν τὸν ἄκουε, κ᾽ ἤθελε νὰ τὸν πάρῃ.
«Χάρε, σὰν ἀποφάσισες καὶ θέλεις νὰ μὲ πάρῃς,
»Γιά! ἔλα νὰ παλαίψωμε ᾽σ τὸ μαρμαρένι᾽ ἀλῶνι·
»Κ᾽ ἂν μὲ νικήσῃς, Χάρε μου, μοῦ παίρνεις τὴν ψυχήν μου·
»Κ᾽ ἂν σε νικήσω πάλ᾽ ἐγῶ, πήγαινε ᾽σ τὸ καλόν σου.» –
Ἐπῆγαν καὶ ἐπάλευαν ἀπ᾽ τὸ πώρν᾽ ὡς τὸ γεῦμα,
Κ᾽ αὐτοῦ κοντὰ ᾽σ τὸ δειλινὸν τὸν καταβάν᾽ ὁ Χἀρος.

.
Από το Τα Δημοτικά Τραγούδια Της Συγχρόνου Ελλάδος, του Claude Fauriel, σε μετάφραση του Απ. Δ. Χατζηεμμανουήλ, εκδ. Νίκος Δ. Νίκας, Αθήνα 1956.

μαύρος θάνατος

[…]

«Μια φορά», είπε ο Καστλ, «όταν ήμουν δεκαπέντε περίπου, εδώ κοντά έγινε μια ανταρσία σ’ ένα ελληνικό πλοίο που ερχόταν από το Χογκ Κογκ με προορισμό την Αβάνα με ένα φορτίο ψάθινων επίπλων. Οι στασιαστές πήραν τον έλεγχο του πλοίου, δεν ήξεραν πώς να το πηδαλιουχήσουν, και το έριξαν πάνω στα βράχια, κοντά στο κάστρο του Πάπα Μονζάνο. Πνίγηκαν όλοι εκτός από τα ποντίκια. Τα ποντίκια και τα ψάθινα έπιπλα ξεβράστηκαν στη στεριά».

Αυτό φάνηκε να ήταν το τέλος της ιστορίας, αλλά δεν μπορούσα να είμαι βέβαιος. «Λοιπόν;»

«Μερικοί άνθρωποι λοιπόν απέκτησαν δωρεάν έπιπλα, και μερικοί άλλοι βουβωνική πανώλη. Στο νοσοκομείο του πατέρα είχαμε χίλιους τετρακόσιους θανάτους μέσα σε δέκα μέρες. Έχεις δει ποτέ κανέναν να πεθαίνει από βουβωνική πανώλη;»

«Δεν είχα αυτή την ατυχία».

«Οι αδένες στη βουβωνική χώρα και στις μασχάλες πρήζονται σαν γκρέιπφρουτ».

«Το πιστεύω».

«Μετά θάνατον, το σώμα μαυρίζει – σαν κάρβουνα του Νιουκάσλ στην περίπτωση του Σαν Λορένζο. Όταν εξαπλώθηκε η πανώλη, ο Οίκος Ελπίδας και Ευσπλαχνίας στη Ζούγκλα έμοιαζε με το Άουσβιτς ή το Μπούχενβαλντ. Οι στοίβες των πτωμάτων ήταν τόσο ψηλές και τόσο πλατιές που μια μπουλντόζα κόλλησε στην προσπάθεια να τα ρίξει μέσα σ’ έναν κοινό τάφο. Ο πατέρας δούλεψε όχι μόνο άυπνος επί μέρες, αλλά και χωρίς να καταφέρει να σώσει πολλές ζωές».

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου διέκοψε τη μακάβρια ιστορία του Καστλ.

«Θεέ μου», είπε ο Καστλ, «δεν ήξερα καν ότι τα τηλέφωνα είχαν συνδεθεί ήδη».

Σήκωσα το ακουστικό. «Παρακαλώ;»

Ήταν ο υποστράτηγος Φράνκλιν Χένικερ που μου τηλεφωνούσε. Ακουγόταν λαχανιασμένος και μαρμαρωμένος από φόβο.

«Άκου! Πρέπει να έρθεις στο σπίτι μου αμέσως. Πρέπει να μιλήσουμε! Μπορεί να είναι κάτι πολύ σημαντικό στη ζωή σου!»

«Μπορείς να μου δώσεις μια ιδέα;»

«Όχι απ’ το τηλέφωνο, όχι απ’ το τηλέφωνο. Έλα στο σπίτι μου. Έλα αμέσως! Σε παρακαλώ!»

«Εντάξει».

«Δεν κάνω πλάκα. Είναι κάτι πραγματκά σημαντικό για τη ζωή σου. Το πιο σημαντικό πράγμα». Το έκλεισε.

«Περί τίνος επρόκειτο;» ρώτησε ο Καστλ.

«Δεν έχω ιδέα. Ο Φρανκ Χένικερ θέλει να με δει αμέσως».

«Με την ησυχία σου. Ηρέμησε. Εϊναι ηλίθιος».

«Είπε ότι πρόκειται για κάτι σημαντικό».

«Πώς ξέρει αυτός τι είναι σημαντικό; Θα μπορούσα να φτιάξω έναν καλύτερο άνθρωπο από μια μπανάνα».

«Καλά, τελείωσε την ιστορία σου λοιπόν».

«Πού βρισκόμουν;»

«Στη βουβωνική πανώλη. Η μπουλντόζα είχε κολλήσει από τα πτώματα».

«Α, ναι. Τέλος πάντων, μια νύχτα που δεν είχα ύπνο έμεινα με τον πατέρα ενώ δούλευε. Δεν μπορούσαμε να βρούμε ζωντανό ασθενή για να τον κάνουμε καλά. Σε κάθε κρεβάτι βρίσκαμε νεκρούς.

«Και τον πατέρα τον έπιασε νευρικό γέλιο», συνέχισε ο Καστλ.

«Δεν μπορούσε να σταματήσει. Βγήκε στη νύχτα με το φακό του. Γελούσε ακόμα. Έριχνε την αχτίδα του φακού στους σωρούς με τα πτώματα και την έκανε να χορεύει. Έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου, και ξέρεις τι μου είπε αυτός ο θαυμάσιος άνθρωπος;» ρώτησε ο Καστλ.

«Όχι».

«”Γιε μου”, μου είπε ο πετέρας μου, “μια μέρα όλα αυτά θα είναι δικά σου”».

.

Από το Η Φωλιά της Γάτας, του Kurt Vonnegut, σε μετάφραση του Φίλιππου Χρυσόπουλου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2007.

υποψήφιοι αυτόχειρες

[…]

Υπήρχε ελάχιστη κοσμιότητα ανάμεσα στα μέλη της λέσχης. Μερικοί παινεύονταν για τις επαίσχυντες πράξεις που οι συνέπειές τους τούς είχαν αναγκάσει να ζητήσουν καταφύγιο στο θάνατο, και άλλοι άκουγαν χωρίς ν’ αποδοκιμάζουν. Υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία εναντίον κάθε κανόνα ηθικής, και όποιος περνούσε το κατώφλι της λέσχης απολάμβανε ήδη μερικά από τα προνόμια του τάφου. Έπιναν στις αναμνήσεις τους και στη μνήμη διακεκριμένων αυτόχειρων του παρελθόντος. Συγκρίνανε και αναπτύσσανε τις διαφορετικές απόψεις τους για τον θάνατο, μερικοί δηλώνοντας ότι δεν ήταν και τίποτα περισσότερο από σκοτάδι και εκμηδένιση, άλλοι, γεμάτοι ελπίδα, ότι εκείνη κιόλας τη νύχτα θα σκαρφάλωναν στ’ αστέρια και θα συνομιλούσαν με τους πανίσχυρους νεκρούς.

«Του Βαρόνου Τρενκ, υποδειγματικού αυτόχειρα, αιωνία η μνήμη!», φώναξε ένας. «Άφησε ένα μικρό κελί για ένα μικρότερο, μήπως μπορέσει να επιστρέψει ξανά στην ελευθερία».

«Όσον αφορά εμένα», είπε ένας άλλος, «τίποτε άλλο δεν επιθυμώ, από έναν επίδεσμο για τα μάτια μου και μπαμπάκι για τ’ αυτιά μου. Μόνο που δεν υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο αρκετά πυκνό μπαμπάκι».

Ένας τρίτος ήθελε να ερμηνεύσει τα μυστήρια της μέλλουσας ζωής κι ένας τέταρτος ισχυριζόταν ότι ποτέ δεν θα ‘χε γίνει μέλος της λέσχης αν δεν είχε φτάσει στο σημείο να πιστέψει τον κύριο Δαρβίνο.

«Δεν μπορούσα να υποφέρω», είπε αυτός ο διακεκριμένος υποψήφιος αυτόχειρας, «την ιδέα ότι κατάγομαι από πίθηκο».

Από το Η Λέσχη της Αυτοκτονίας του R.L. Stevenson, σε μετάφραση του Τάσου Δενέγρη, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1991

ντουμ-ντουμ

[…]

Θυμάμαι μια δουλειά που είχα αναλάβει στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Έπρεπε να καθαρίσω έναν βιομήχανο στο Όστιν του Τέξας. Ο τύπος ήταν «γάτα» κι είχε βρει τον καλύτερο τρόπο προστασίας: πηγαινοερχόταν στο γραφείο του μ’ ένα σχολικό λεωφορείο, καθισμένος ανάμεσα στα παιδιά. Ο τεξανός Τύπος έγραφε με θαυμασμό γι’ αυτόν τον ευεργέτη που όχι μόνο απαρνιόταν τη λιμουζίνα του, αλλά και υποστήριζε έμπρακτα τις σχολικές μεταφορές. Αυτό που δεν έγραφαν, ήταν ότι εκείνο το κάθαρμα χρησιμοποιούσε τα παιδιά σαν ανθρώπινη ασπίδα.

«Δε θέλω να σκοτώσω παιδιά, αλλά δεν έχω άλλη λύση, γιατί το γραφείο είναι φρούριο απόρθητο» είπα στον τύπο του καθρέφτη.

«Τι το’χεις το νιονιό σου, σύντροφε; Ο στόχος είναι γιάνκης, και το “γιάνκης” είναι συνώνυμο του πατριώτη. Με πιάνεις;»

«Καθόλου. Δε μ’ αρέσει όταν μιλάς με χρησμούς.»

«Πλησιάζει η 4η Ιουλίου, κι ο στόχος δε θ’ αφήσει να χαθεί η ευκαιρία ν’ αμολύσει πατριωτική αδρεναλίνη. Δωσ’ του να καταλάβει, αγόρι μου.»

Του ‘δωσα, λοιπόν, να καταλάβει. Ο στόχος είχε ετοιμάσει τον πατριωτικό παροξυσμό του για την παραμονή της γιορτής, κι έτσι, η 3η Ιουλίου με βρήκε μεταμφιεσμένο σ’ έναν από τους εφτά νάνους, τον χαζούλη με τα μεγάλα αυτιά, ανάμεσα σε κακούς λύκους, διάφορους Μίκι και Ντόναλντ κι άλλα παιδάκια, να περιμένουμε το σχολικό λεωφορείο σε μια διασταύρωση, για να χαρίσουμε εκατοντάδες σημαιούλες, καραμέλες κι άλλα δώρα του McDonald.

Το λεωφορείο έφτασε στην ώρα του, κι όλοι οι νάνοι πλησιάσαμε τα κεφαλάκια που ‘χαν ξεπροβάλει απ’ τα παράθυρα. Ο στόχος συνοδευόταν από δύο μπράβους που δε θα πρέπει ακόμα να ‘χουν καταλάβει τι έγινε, γιατί έδρασα μόλις τον είδα, και, από δυο μέτρα απόσταση του φύτεψα μια ντουμ-ντουμ. Μες στις φωνές των παιδιών, η εκπυρσοκρότηση με το σιγαστήρα ακούστηκε σχεδόν σαν μια ανάσα, κι ο στόχος σωριάστηκε με μια τρύπα στο κούτελο και τα μυαλά να του φεύγουν απ’ τ’ αφτιά. Άψογη δουλειά, αν και δε μ’ αρέσει να χρησιμοποιώ σφαίρες ντουμ-ντουμ, γιατί χαλάνε τις εγκοπές της κάννης.

.

Από το Ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer του Luis Sepúlveda,  σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδ. Opera, Αθήνα 1997.

η παστή ρέγγα

Ήταν ένας τοίχος – γυμνός, γυμνός, γυμνός.
Μια ανεμόσκαλα στον τοίχο – αψηλή, ψηλή, ψηλή.
Καταγής μια παστή ρέγγα – ξερή, ξερή, ξερή.

Έρχεται· κρατά στα χέρια – τα λερά, λερά, λερά
βαρύ σφυρί, μέγα καρφί – μυτερό, τερό, τερό
και μια κουβαρίστρα σπάγκο – χοντρή, χοντρή, χοντρή.

Ανεβαίνει ευτύς τη σκάλα – την ψηλή, ψηλή, ψηλή
και καρφώνει το καρφί – ντουκ, ντουκ, ντουκ
αψηλά στον άσπρο τοίχο – το γυμνό, γυμνό, γυμνό.

Τότε αφήνει το σφυρί – που πέφτει, πέφτει, πέφτει,
δένει στο καρφί το σπάγκο – τον μακρύ, μακρύ, μακρύ
και στην άκρη του τη ρέγγα – την ξερή, ξερή, ξερή.

Κατεβαίνει από τη σκάλα – την ψηλή, ψηλή, ψηλή,
παίρνει αυτή και το σφυρί – το βαρύ, βαρύ, βαρύ
και πάει γυρεύοντας αλλού – πέρα, πέρα, πέρα.

Κι η παστή ρέγγα από τότε – ξερή, ξερή, ξερή
απ’ του σπάγκου αυτού το τέλος – του μακρού, μακρού, μακρού
πάρα πολύ αργά κουνιέται – πάντα, πάντα, πάντα.

Σύνθεσα ένα τέτοιο μύθο – απλόν, απλόν, απλόν
για να οργίζονται οι άνθρωποι – οι σπουδαίοι, σπουδαίοι, σπουδαίοι,
να γελάνε τα παιδιά – τα μικρά, μικρά, μικρά.

.

Η παστή ρέγγα του Charles Cros, σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, από την Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ του André Breton, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 1996.