Κράκερ

[…]

Έρχομαι εγώ σ’ εσένα, φώναξε.

Κατέβηκε από το επικλινές τσιμεντένιο τοιχίο και διέσχισε το δρόμο και πέρασε πάνω απ’ την προστατευτική μπάρα και διέσχισε τη μεσαία νησίδα περνώντας ανάμεσα στις στρογγυλές τσιμεντένιες κολόνες και διέσχισε τις λωρίδες που πήγαιναν βόρεια και σκαρφάλωσε εκεί που καθόταν ο Μπίλλυ κι έκατσε οκλαδόν και τον κοίταξε.

Δεν είναι πολλά, είπε ο Μπίλλυ.

Έβγαλε τα λίγα πακέτα κράκερ που του έμεναν και τα άπλωσε.

Muy amable (Πολύ ευγενικό), είπε ο τύπος.

Está bien. (Εντάξει.) Στην αρχή νόμισα πως ήσουν κάποιος άλλος.

Ο τύπος κάθισε και τέντωσε μπροστά τα πόδια του και τα σταύρωσε. Έσκισε με τον κυνόδοντα το πακέτο με τα κράκερ και το άνοιξε και πήρε ένα και το κράτησε ψηλά και το κοίταξε κι ύστερα το δάγκωσε και το έκοψε στα δύο και κάθισε μασώντας το. Είχε ένα παχύ μουστάκι και το δέρμα του ήταν καφετί και λείο. Ήταν απροσδιόριστης ηλικίας.

Ποιος νόμισες πως θα μπορούσα να ‘μαι; είπε.

Απλώς κάποιος. Κάποιος που κατά κάποιον τρόπο περίμενα. Μου φάνηκε σαν να τον είδα φευγαλέα μια-δυο φορές τις τελευταίες μέρες. Δεν μπόρεσα ποτέ να τον δω ξεκάθαρα.

Με τι μοιάζει;

Δεν ξέρω. Νομίζω ότι μοιάζει όλο και περισσότερο σαν φίλος.

Νόμισες πως ήμουν ο Χάρος.

Το σκέφτηκα σαν ενδεχόμενο.

Ο τύπος κατένευσε. Μάσησε. Ο Μπίλλυ τον παρακολούθησε.

Δεν είσαι, έτσι δεν είναι;

Όχι.

Κάθισαν τρώγοντας τα ξερά κράκερ.

Adónde vas? (Προς τα πού πας), είπε ο Μπίλλυ.

Al sur. tú? (Στο Νότο. Κι εσύ;)

Al norte. (Στο Βορρά)

Ο τύπος κατένευσε. Χαμογέλασε.

Qué clase de hombre comparta sus galletas con la muerte? (Ποιο είδος ανθρώπου μοιράζεται τα παξιμάδια του με το θάνατο;)

Ο Μπίλλυ σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.

Τι είδους θάνατος θα τα έτρωγε;

Τι είδους πράγματι, είπε ο τύπος.

Δεν προσπαθούσα να φανταστώ τίποτα. De todos modos el compartir es la ley del camino, verdad? (Απ’ όλους τους τρόπους η μοιρασιά είναι ο νόμος του δρόμου, σωστά;)

De veras. (Είναι αλήθεια.)

Μ’ αυτό τον τρόπο τουλάχιστον μεγάλωσα εγώ.

Ο τύπος κατένευσε.

Στο Μεξικό ορισμένες μέρες του χρόνου συνηθίζεται να στρώνουν μια θέση στο τραπέζι για το θάνατο. Ίσως όμως να το ξέρεις αυτό.

Ναι.

Έχει μεγάλη όρεξη.

Ναι.

Μερικά κράκερ ίσως να τα ‘παιρνε σαν προσβολή.

Ίσως πρέπει να μάθει να παίρνει ό,τι μπορεί να πάρει. Όπως κι εμείς οι υπόλοιποι.

Ο τύπος κατένευσε.

Ναι, είπε. Θα μπορούσε να ‘ναι κι έτσι.

Η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο είχε αυξηθεί. Ο ήλιος είχε ανέβει. Ο τύπος άνοιξε το δεύτερο πακέτο με τα κράκερ. Είπε πως ίσως ο θάνατος να ήταν πιο ανοιχτόμυαλος. Ότι ίσως με την ισονομία της συμπεριφοράς του ο θάνατος να ζύγιζε τα χαρίσματα των ανθρώπων σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα κι ότι στα μάτια του θανάτου οι προσφορές των φτωχών να ήταν ισοδύναμες με οποιουδήποτε άλλου.

Σαν το Θεό.

Ναι. Σαν το Θεό.

Nadie puede sobornar a la muerte (Κανείς δεν μπορεί να εξαγοράσει το θάνατο), είπε ο Μπίλλυ.

De veras. Nadie.

Ούτε ο Θεός.

Ούτε ο Θεός.

Ο Μπίλλυ κοίταξε το φώς που τόνιζε το σχήμα του στάσιμου νερού μες στα λιβάδια περ’ από τον αυτοκινητόδρομο.

Πού πάμε όταν πεθαίνουμε; είπε.

Δεν ξέρω, είπε ο τύπος. Πού είμαστε τώρα;

Πίσω τους ο ήλιος υψώθηκε πάνω απ’την πεδιάδα. Ο τύπος του επέστρεψε το τελευταίο πακέτο με τα κράκερ.

Μπορείς να τα κρατήσεις, είπε ο Μπίλλυ.

[…]

Από τις Πεδινές Πολιτείες του Cormac McCarthy, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2009.

4 thoughts on “Κράκερ

  1. selitsanos, δεν ξέρω. δεν διευκρινίζεται στις επόμενες σελίδες αν έχει πτυχίο ΑΣΟΕΕ ή όχι

    kapakapamoiris, πριν το μνημονιο 2. είναι καλό. το θεθ;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s