δέκα λεπτά maximum

[Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που τον είδα για τελευταία φορά αξύριστο. Μικρές άσπρες τρίχες στα μάγουλα, πιο σκούρες γύρω από τα χείλια και στο πηγούνι.]

Τα γένια σου μεγάλωσαν. Δεν περνάει ο κουρέας από εδώ;

Περνάει. Χθες πέρασε.

Σήμερα όχι;

Μπα. Ίσως έρθει αύριο.

Άμα έρθει να του πεις να σε ξυρίσει. Τσιμπάνε.

[Χαμογελάει. Χαμογελάω κι εγώ. Το δέρμα του είναι καθαρό και απαλό. Το βλέμμα του ήρεμο. Όμορφα μάτια… μελιά, που λέει κι η μάνα μου. Κοιτάζει το ταβάνι μετά εμένα μετά πάλι το ταβάνι. Του κρατάω το χέρι και κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού. Ρωτάει για τα παιδιά. Του λέω. Λέμε και δυο τρία άλλα που δεν τα θυμάμαι. Αν έφαγε τίποτα ή κάτι τέτοιο. Δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι. Η ησυχία εκεί μέσα καταπίνει τα λόγια πριν καν τα πεις. Θυμάμαι μόνο το χέρι του ζεστό και στεγνό ανάμεσα στα δικά μου και τα όμορφα μελιά του μάτια.]

Μπαμπά;

Ναι;

Η νοσοκόμα κάνει νόημα, πρέπει να φύγω. Περιμένει κι η μαμά να μπει.

Ναι, εντάξει.

[σκύβω τον φιλάω στο μέτωπο, του χαϊδεύω τα μαλλιά, μετά το χέρι.]

Θα σε δω αύριο, έτσι;

… Ναι Κώστα μου.

[γυρίζω και φεύγω.]

 .

.

.

[έξι μέρες έχουν περάσει ήδη κι αυτό το Κώστα μου ακόμα τρέχει από τα μάτια μου.]

… Καλό σου ταξίδι πατέρα.

Advertisements