osso buco

Η βαριά κουρτίνα κινήθηκε απαλά και από το μισάνοιχτο παράθυρο μπήκε μια κηλίδα φως κι ένα χέρι που του έλειπαν τρία δάχτυλα. Τα έντερά μου ενεργοποιήθηκαν νωχελικά κι ένας μακρόσυρτος παραπονιάρικος ήχος σαν ξεχαρβαλωμένη υδρορροή αναδύθηκε από την κοιλιά μου. Ούτε δυο ώρες δεν είχαν περάσει από το τελευταίο γεύμα: ένα κομμάτι απέθαντη σπάλα κομμένη σε μερίδες που την τσιγάρισα με κρεμμύδι και κύμινο και μετά την άφησα να σιγοβράσει σε κόκα κόλα μέχρι να πιει τα γαμημένα υγρά της και να μελώσει. Η μελωμένη σπάλα γαμιόταν ακόμα με το στομάχι μου.

Ανακάθισα στην πολυθρόνα και ρεύτηκα. Μαζί με τον αέρα, ανέβηκαν γαστρικά υγρά και μου έκαψαν το λαιμό. Εδώ και καιρό δε χρειαζόταν πια να βγαίνω έξω και να κυνηγάω την τροφή μου γιατί ερχόταν εκείνη και με έβρισκε μόνη της. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να κάθομαι στο μισοσκόταδό μου και να κοιτάζω τους τοίχους και τα έπιπλα περιμένοντας να εμφανιστεί πίσω από την κουρτίνα κάποιο γαμημένο απέθαντο. Όπως  αυτό εδώ τώρα, που είχε καταφέρει στο μεταξύ να στριμώξει το καχεκτικό του κεφάλι μέσα από το άνοιγμα του παραθύρου και, βλέποντάς με, είχε αρχίσει ήδη να ουρλιάζει (ουααάργκ… ουααάργκ…) σα μανιασμένο.

Σηκώθηκα με κόπο και στάθηκα στη μέση του δωματίου. Το σώμα μου -μια τεράστια μάζα συνολικού βάρους πάνω από εκατόν ενενήντα κιλά- λικνίστηκε απαλά μπρος πίσω. Κρατήθηκα από τη γωνία του τραπεζιού για να μην πέσω και ανοιγόκλεισα δυο τρεις φορές τα μάτια για να μου φύγει η ζαλάδα. Χιλιάδες μικροσκοπικά έντομα εμφανίστηκαν και άρχισαν να ροκανίζουν τους τοίχους, το πάτωμα και τα έπιπλα. Σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν πάλι χαθεί. Ρεύτηκα ξανά, πήρα από το τραπέζι το βαρύ σφυρί που είχα γι’ αυτή τη δουλειά και έκανα δύο βήματα προς το παράθυρο. Το απέθαντο ήταν θηλυκό, γύρω στα τριάντα, πολύ αδύνατο από τη μέση και πάνω –ούτε μια τηγανιά βυζί δε θα ‘βγαζε- αλλά, όταν του κατέβασα το σφυρί στο κεφάλι και το τράβηξα ολόκληρο μέσα, διαπίστωσα με χαρά ότι κάτω από αυτόν τον ατροφικό κορμό κρεμόταν ένας κώλος -έκπληξη, σε σχήμα αχλαδιού και μέγεθος νεογέννητου ρινόκερου.

Είχα ήδη λαχανιάσει από την προσπάθεια να σύρω τον ρινόκερο μέσα και το απέθαντο βαριανάσαινε κι αυτό σωριασμένο εκεί κάτω στο πάτωμα με το κεφάλι μισοδιαλυμένο, κι έτσι στάθηκα για λίγο από πάνω του να πάρω μιαν ανάσα. Ιδρώτας έτρεχε από το πρόσωπό μου και μαζευόταν σε μεγάλες σταγόνες στην άκρη της μύτης κι από ‘κει έσταζε πάνω στο απέθαντο. Εκείνο κείτονταν ακίνητο με τα μάτια τεντωμένα πάνω μου. Με δυο δυνατά χτυπήματα έλιωσα τους ώμους του μέχρι που τα χέρια του σχεδόν αποκολλήθηκαν από τον κορμό. Το απόκοσμο ουρλιαχτό του μπήκε από το ένα μου αυτί και βγήκε από το άλλο. Το γύρισα μπρούμυτα και περιεργάστηκα τον ρινόκερο. Θα πρέπει να είχε τουλάχιστον είκοσι κιλά καθαρό κρέας εκεί κάτω. Άφησα το σφυρί και πήρα από το νεροχύτη το μικρό μαχαιράκι ξεκοκκαλίσματος. Γονάτισα κι άρχισα να χωρίζω προσεκτικά το ψαχνό ξεκινώντας ψηλά από τη βάση της πλάτης. Παρά τον ιδρώτα που έτρεχε ακατάπαυστα και έμπαινε στα μάτια μου, προσπαθούσα να παραμείνω συγκεντρωμένος και να βγάζω ολόκληρα τα καλά κομμάτια, πρώτα το γαμημένο κιλότο και την ουρά και μετά το στρογγυλό. Όταν τελείωσα με τα ψαχνά, πήρα τον μεγάλο μπαλτά και τον κατέβασα με δύναμη αποκόπτοντας το δεξί πόδι από το γόνατο και κάτω. Μετά έκανα το ίδιο και με το αριστερό. Κράτησα τις γάμπες μαζί με τα κομμάτια που είχα χωρίσει και το υπόλοιπο (μαζί με το κεφάλι) το πέταξα από το παράθυρο.

Για το βράδυ είχα αποφασίσει να μαγειρέψω ένα γαμημένο osso buco* και η κοιλιά μου είχε αρχίσει ήδη να γουργουρίζει.

.

.

.

.

———

* Γαμημένο Osso Buco

Ξυρίζουμε τη γάμπα και την πριονίζουμε σε όμορφα στρογγυλά κομμάτια με το κόκκαλο στη μέση. Αλευρώνουμε το γαμημένο κρέας και το τσιγαρίζουμε σε βούτυρο μέχρι να πεθάνει εντελώς. Ελαιόλαδα και μαλακίες ξεχάστε τα. Σβήνουμε με αμόλυβδη 95 (αν δεν έχετε μπορείτε να βάλετε και λευκό κρασί – έτσι κι αλλιώς κανείς δε θα το καταλάβει). Μόλις εξατμιστεί το υγρό, προσθέτουμε ντομάτες, αλάτι και πιπέρι. Εγώ δεν έχω ντομάτες γι’ αυτό προσθέτω μερικούς κύβους από συμπυκνωμένο ζωμό γαμημένου απέθαντου που έχω μπόλικο. Δεν είναι το ίδιο αλλά χέστηκα. Σκεπάζουμε και αφήνουμε να σιγοβράσει. Λίγο πριν τραβήξουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά περιχύνουμε το φαγητό με μια gremolada την οποία θα ετοιμάσουμε αναμιγνύοντας σκόρδο, χυμό λεμονιού, μαϊντανό και δυο τρία φιλέτα γαμημένης αντζούγιας. Όλα αυτά ψιλοκομμένα εκτός από το χυμό που πρέπει να είναι στυμμένος.  Άμα δεν έχετε μαϊντανό, βάλτε θυμάρι. Άμα δεν έχετε και θυμάρι μη βάζετε τίποτα. Αν πάλι θέλετε οπωσδήποτε να βάλετε κάτι, βάλτε γκαζόν κι αν το φαί βγει μαλακία πείτε ότι έφταιγε το γαμημένο το χορταρικό. Καλή όρεξη.

7 thoughts on “osso buco

  1. Δεν ξέρω τι να σας πω…
    Ίσως μόνο ένα κομπλιμέντο: Δεν είστε με τα καλά σας.
    (Αυτό, που διαβάζοντάς σας κάποιος μπορεί και να πεθάνει, το γνωρίζετε; Σίγουρα το γνωρίζετε. Δεν μπορεί.)
    Ξαφνικά πάντως, νιώθω την ανάγκη να πανηγυρίσω. Το γεγονός ότι δεν είμαι (κατά πάσαν πιθανότητα) απέθαντο, με έχει ενθουσιάσει, ίσως δυσανάλογα με την αξία του είδους στο οποίο (ελπίζω ότι) ανήκω.

  2. Λοιπόν ο άνθρωπος , πρέπει να είναι εγκρατής , να μην ενθουσιάζεται γρήγορα και να μην αποφασίζει εύκολα για κάτι , αλλά να το σκέφτεται δυο και τρεις , ίσως και πέντε φορές (μη πω και τίποτα χειρότερο … )
    Έτσι κι εγώ την πάτησα και αρχίζοντας να διαβάζω το σημερινό σας πόνημα και βλέποντας την συνοδό φωτο , σκέφτηκα να σχολιάσω ως εξής :
    «Λεπτός κορμός , βυζί στην θέση του (τόσο μικρό που είναι , δεν μπορεί να «πέσει» … να πάει πού δηλαδή … δεν το δέχονται πουθενά , ούτε στα κάτω πατώματα), δάχτυλα στο δεξί χέρι λεπτά («του καλλιτέχνη πιανίστα» και επονομαζόμενα) , δάχτυλα στο αριστερό , κατεστραμμένα από την ουρική αρθρίτιδα (όταν κατεβάζεις στα νιάτα σου με τους τόνους το osso buco , τί να περιμένεις), Φαρδιά λεκάνη (βλέπετε με τι μαεστρία αποφεύγω την λέξη «κώλος» ), κυτταρίτιδα στους μηρούς , πολυθρόνα LOUI XY , και βλέμμα τύπου … «θηλυκό βοοειδές σε οργασμό» … Μα κύριε Kopoloso , χίλιες φορές σας έχω ζητήσει να μην αναρτάτε φωτογραφίες μου στο Διαδίκτυο … Μου δημιουργείτε πρόβλημα»

    Όμως συνεχίζοντας να διαβάζω την ασυνάρτητη ανάρτηση σας … το μετάνοιωσα , είδα ότι δεν ταιριάζει με την συγκεκριμμένη θεματολογία και αποφάσισα ώριμα πια και μετά από πολλή σκέψη το εξής σχόλιο :
    «Να πας να κοιταχτείς σε έναν καλό ψυχίατρο . Όχι του ΕΣΥ (μην τρελλαθούμε κιόλας) , αλλά να βάλεις το χέρι βαθιά στην τσέπη (για … ευρώπουλα λέω και δεν θέλω πονηρούς σχολιασμούς) και να σε δει ένας καλός φιρμάτος ιδιώτης ψυχίατρος»
    ——————————
    (ωστόσο ρε γ@μώτο … μου μοιάζει πολύ η φωτο … Έχω «κόλλημα» μαιτρ με τις φωτογραφίες σας … κι ας μου λέτε ότι είναι … άσχετες)

  3. riski, σας ευχαριστώ για το κομπλιμάν. Χαίρομαι που το προσέξατε :)

    silia, εντάξει, πλάκα έκανα με το θυμάρι… Ή μαϊντανό ή τίποτα.
    (εντάξει τώρα; :) )

    theorema, (καταλαβαίνω, καταλαβαίνω, μην ανησυχείτε…)

    selitsanos, μην το λέτε… Εσωτερικά μπορεί να είμαι καλά, εξωτερικά όμως έχω φαλάκρα.
    (Ένα είναι Το Opinel! Και ξέρετε ποιανού είναι…)

    a passer by, όχι απόλυτα. Έχω μυωπία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s