απέθαντα επί ξύλου

Αν μπορούσε να μιλήσει, νομίζω ότι θα έλεγε κάτι σαν κατεβάστε με από ‘δω πάνω, δεν αντέχω άλλο τόσο πόνο, αλλά δεν ήταν παρά ένα γέρικο κι αδύναμο απέθαντο κι έτσι το μόνο που κατάφερε να αρθρώσει ήταν ένα σπαραχτικό ουάααργκ που ξεχύθηκε από το στόμα του και κύλισε στην πλαγιά και στις τραχιές πέτρες, κι από ‘κει σύρθηκε στο στέρφο χώμα της κοιλάδας, ως εκεί όπου το μπρούτζινο ημισφαίριο του ήλιου χανόταν μαζί με το φως πίσω από το κουφάρι της μακρινής πόλης.

Έριξε το κεφάλι του μπροστά κι εκείνο τράβηξε με το βάρος του το υπόλοιπο σώμα. Τα χέρια του τεντώθηκαν προς τα πίσω, ακούστηκε ένας ξερός ήχος σαν καρύδι που σπάει κάτω από παπούτσι, σκέφτηκα ότι  θα ήταν οι κλειδώσεις των ώμων που μόλις εξαρθρώθηκαν ή κάποιο άλλο οστό που έσπασε. Λίγο σάλιο και μαύρο αίμα, κρεμόταν και γυάλιζε πάνω στα μισάνοιχτα χείλια του.

Μάζεψα τα εργαλεία μου – το βαρύ σφυρί, το μαχαίρι, δυο τρία μεγάλα ατσάλινα καρφιά κι όσο σχοινί περίσσεψε- τα έριξα όλα μαζί στη μεγάλη τσάντα από ακατέργαστο δέρμα που κουβαλούσα πάντα μαζί μου, πέρασα το λουρί πάνω από το κεφάλι μου σταυρωτά στον ώμο και σηκώθηκα.  Με το δεξί χέρι χτύπησα δυο φορές το παντελόνι μου κι ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης σηκώθηκε γύρω μου και γύρω από τη βάση του ξύλινου σταυρού και μετά από λίγο κάθισε ξανά πίσω στη γη. Κοίταξα ψηλά το πρόσωπο του απέθαντου. Ούτε θάνατος, ούτε ζωή. Ο σταυρός και το βαρύ φως του σούρουπου να επιμηκύνει τις σκιές μας προς την ανατολή. Εγώ κι αυτό. Άλλος κανείς. Στάθηκα ακίνητος κι αφουγκράστηκα την ανεπαίσθητη ανάσα του, ώσπου η σκιά μου ανέβηκε και κάλυψε τα τρυπημένα από τα καρφιά πόδια του και μετά έμεινα λίγο ακόμα, ώσπου η σκιά διαλύθηκε και χάθηκε στο λυκόφως.

Περπάτησα για ώρες την επιστροφή σπέρνοντας τις άδειες μου σκέψεις σε σειρές στο ξερό θρυμματισμένο χώμα. Ο ουρανός γέμισε αστέρια και παγωμένο σκοτάδι, ούτε θάνατος ούτε ζωή,  ούτε ανάσα ούτε βοή, κι όταν έφτασα πίσω στη σπηλιά έκλαιγα πια με λυγμούς, πέταξα την τσάντα μου δίπλα στο σκονισμένο στρώμα και άναψα φωτιά. Το ξημέρωμα με βρήκε κουλουριασμένο δίπλα σ’ ένα σωρό ζεστής στάχτης. Σηκώθηκα και πλησίασα στο άνοιγμα της σπηλιάς με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τις παλάμες σφηνωμένες κάτω από τις μασχάλες. Χαμηλά κάτω από τα πόδια μου απλωνόταν η κοιλάδα. Στην αρχή δύο κακοτράχαλα χιλιόμετρα σπαρμένα με μεγάλα κοφτερά βράχια και στη συνέχεια, ως το βάθος όπου διακρινόταν αχνά η πόλη, ένα γκρίζο ποτάμι χαρακωμένης γης. Γης γυμνής, ακίνητης, τεντωμένης. Κάπου στη μέση αυτής της διαδρομής υψώνονταν δύο μικροί λόφοι και στον έναν από αυτούς έστεκε καρφωμένος ο σταυρός με το απέθαντο.

————

Στο γυμνάσιο ήταν ο καθηγητής των θρησκευτικών και συνήθιζε να υπαγορεύει διάφορους ορισμούς από ένα χειρόγραφο τετράδιο-ευρετήριο. Τι είναι άνθρωπος; Ξεφύλλιζε στο άλφα. Τι είναι Θεός; Ξεφύλλιζε στο θήτα. Τι σημαίνει φως; Τι σημαίνει αλήθεια; … πίστη; … ψυχή; Ανέτρεχε στο ζήτα για τον ορισμό της Ζωής. Στο νι για το Νόημά της.

Πρόσωπο, έλεγε, είναι το ον που έχει νου και αυτοσυνειδησία και μπορεί να καθορίσει τη θέση του. Το θυμήθηκα αυτό, όταν πριν από μερικές ημέρες πυροβόλησα ένα μικρό απέθαντο που χίμηξε πάνω μου σα λυσσασμένο να με δαγκώσει. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από εφτά χρονών. Αγοράκι. Η σφαίρα του διέλυσε το κρανίο. Κοιτούσα το μικρό ακέφαλο σώμα στα πόδια μου και θυμήθηκα τον καθηγητή και το τετράδιο των ορισμών του: να καθορίσει τη θέση του… Μαλάκα!

Βρήκα έναν παλιό τηλεφωνικό κατάλογο και αναζήτησα τα στοιχεία του. Τον ξετρύπωσα την ίδια μέρα κιόλας από το υπόγειο του σπιτιού του, κάτω από κάτι χαλάσματα, να μασουλάει βιβλία και ψόφιες κατσαρίδες. Ήταν πάνω από ογδόντα πια, ένα αξιολύπητο απέθαντο χωρίς δόντια, γυμνό και αποστεωμένο που βρωμούσε σα σάπια πληγή. Γύρω του υπήρχαν βουνά από ξεκοιλιασμένα βιβλία και μισοφαγωμένες σελίδες και κάπου εκεί ανάμεσα ξεχώρισα και τα υπολείμματα του χειρόγραφου τετραδίου. Περίμενα να μου επιτεθεί αλλά εκείνο, μόλις με είδε, κουλουριάστηκε φοβισμένο και συνέχισε να μασάει τα σκισμένα χαρτιά και τότε ένιωσα το θυμό να με κυριεύει και έχωσα τα δάχτυλά μου στα ρουθούνια του και το τράβηξα έξω από τα ερείπια και το έσυρα σ’ όλο το δρόμο, μέσα από την πόλη και την κόκκινη κοιλάδα και πάνω στα κοφτερά βράχια, μέχρι εδώ στη σπηλιά κι εκείνο, ενώ στην αρχή χτυπιόταν και ούρλιαζε, μετά παραιτήθηκε και το μόνο που έκανε ήταν να βγάζει  που και που κάτι πνιχτούς ήχους σα βουλωμένη αντλία. Το κράτησα μία βδομάδα αλυσοδεμένο στη σπηλιά και προσπάθησα να το δελεάσω με αποξηραμένο κρέας και ζαμπόν από κονσέρβες αλλά το απέθαντο αρνούνταν πεισματικά να φάει και απέστρεφε τα θολά του μάτια προς το βάθος της σπηλιάς, σιωπηλό και απαθές -να μπορεί να καθορίσει τη θέση του… – κι έτσι, ήδη από το βράδυ της τρίτης ημέρας, ο θυμός επέστρεψε κι ήταν ένας θυμός βάναυσος και καθαρός και άρχισα τότε να ουρλιάζω και να το χτυπώ μ’ όλη μου τη δύναμη και να προσπαθώ να του χώσω την τροφή με το ζόρι ανάμεσα στα γέρικα σαγόνια του και μετά έκοψα με το σουγιά ένα μικρό κομμάτι φρέσκο ροδοκόκκινο κρέας από τη μέση μου και το έβαλα σ’ ένα πήλινο πιάτο μπροστά του και περίμενα καθισμένος στην άλλη άκρη με τη φωτιά να μας χωρίζει, αλλά η σάρκα έμεινε εκεί ανέγγιχτη άλλες τρεις μέρες μέχρι που στέγνωσε και μαύρισε και την τέταρτη μέρα άρπαξα το αφυδατωμένο κρέας και το πέταξα στη φωτιά και έσυρα το απέθαντο δεμένο απ’ τα πόδια, πίσω, πάνω στα κοφτερά βράχια και μέσα από την κόκκινη κοιλάδα και το σταύρωσα στο λόφο.

———

Δεν ξέρω τι ήθελα ή τι περίμενα να δω. Γύρισα μέσα στη σπηλιά, κι αναποδογύρισα την τσάντα στο χωμάτινο δάπεδο. Πήρα τα κιάλια και βγήκα ξανά έξω, τα έφερα στα μάτια μου και τα έστρεψα προς το απέθαντο στο σταυρό. Μετά στον ουρανό, στη γη, στην πόλη. Καμία κίνηση, τίποτα.

Ούτε θάνατος ούτε ζωή.

Όλα παραμύθια.

15 thoughts on “απέθαντα επί ξύλου

  1. Παράθεμα: Why you never became a dancer » Blog Archive » Κατάπιε… το Χριστούλη

  2. Επί του πιεστηρίου:

    «Τελευταία νέα:Δεν υπάρχουν απέθανατα!Μόνο κάτι αναστημένοι τύποι!»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s