απέθαντα στην κλεψύδρα

looksundeadtome

Σήμερα δεν έχω όρεξη για πολλά πολλά. Ξύπνησα νωρίς, πριν ακόμα ο ήλιος σηκωθεί πάνω από τις άψυχες ταράτσες, ξέπλυνα το στόμα μου με βενζίνη και, αφού ζώστηκα όσα όπλα μπορούσα να μεταφέρω δίχως να εμποδίζονται οι κινήσεις μου, βγήκα από το κρησφύγετό μου -ένα μικρό κελί στο ισόγειο του αστυνομικού τμήματος όπου ζω τους τελευταίους δύο μήνες- και κατηφόρισα τον έρημο δενδρόφυτο δρόμο που οδηγεί στο κέντρο της πόλης.

Δεξιά κι αριστερά σε σειρές, σκουριάζουν εδώ και χρόνια, δεκάδες παρατημένα αυτοκίνητα, που κανείς δε θα χρησιμοποιήσει ξανά. Ένα στρώμα ξεραμένης λάσπης και φύλλων έχει σκεπάσει τα -κάποτε- χρωματιστά αμαξώματα και μικροί λοφίσκοι από ψιλό κόκκινο χώμα καλύπτουν τις ρόδες και τους προφυλακτήρες. Το ίδιο αυτό χώμα σέρνεται σε ολόκληρη την πόλη και χρόνο με το χρόνο μοιάζει να συσσωρεύεται όλο και περισσότερο -το αντιλαμβάνομαι αυτό- στις εσοχές των κτιρίων, στα αδιέξοδα στενά, μέσα μου. Είναι σα να βρέθηκα στον πάτο μιας κλεψύδρας και ο χρόνος ν’ αδειάζει πάνω στο κεφάλι μου. Θα έρθει μια μέρα που όλος αυτός ο σκατότοπος -λέω- θα θαφτεί κάτω από ένα τεράστιο βουνό ψιλής κόκκινης άμμου. Οι σιωπηλοί δρόμοι, τα αυτοκίνητα, τα νεκρά κτίρια και τα τσακισμένα δέντρα. Όλα. Και κάπου εκεί κάτω, θαμμένος βαθιά, θα βρίσκομαι σίγουρα κι εγώ, νεκρός ή απέθαντος -δε θα έχει πια σημασία- ξεγυμνωμένος από σάρκα, με τα κόκαλά λειασμένα από τις αμμοθύελλες, στεγνά, καθαρά και άφθαρτα.

Ένα χιλιόμετρο πιο κάτω έστριψα αριστερά και μετά αμέσως δεξιά. Βρέθηκα σ’ ένα σκοτεινό αδιέξοδο σοκάκι που κατέληγε σε μια δίφυλλη μεταλλική πόρτα αμπαρωμένη με μια σιδερένια μπάρα που ήταν ασφαλισμένη στην άκρη μ’ ένα χοντρό ατσάλινο λουκέτο. Σήκωσα την αρμαθιά με τα κλειδιά που κρεμόταν στη ζώνη μου, ξεδιάλεξα ένα και ξεκλείδωσα. Μια κρύα ανάσα που μύριζε μούχλα και ανοιχτή πληγή με τύλιξε καθώς γλιστρούσα αθόρυβα πίσω από την πόρτα, ακολουθώντας το σκοτεινό διάδρομο που χανόταν στο εσωτερικό του κτιρίου.

Εχθές το βράδυ έφαγα ένα απέθαντο. Ξύπνησα με τη στυφή γεύση του νεκρού αίματος στη γλώσσα και τα υπολείμματα της αφυδατωμένης του σάρκας ανάμεσα στα δόντια μου. Ξέπλυνα το στόμα μου με βενζίνη.

Ο διάδρομος έστριβε δεξιά και γινόταν λίγο ανηφορικός και μετά από καμιά δεκαριά μέτρα κατέληγε σε μια φαρδιά πόρτα ντυμένη με κόκκινη μοκέτα. Ξεχώρισα άλλο ένα κλειδί από την αρμαθιά και το έβαλα απαλά στην κλειδαριά δίχως να το γυρίσω. Δίπλα στην πόρτα ήταν ακουμπισμένη όρθια στον τοίχο μια μακριά μεταλλική βέργα που στην άκρη της είχε προσαρμοσμένο ένα τσιγκέλι κι ένα μικρό φακό. Τη σήκωσα με το αριστερό χέρι, άναψα το φακό και κρατώντας τη σφιχτά, άνοιξα την πόρτα και παραμέρισα την βαριά κόκκινη κουρτίνα που κρεμόταν πίσω της.

Βρέθηκα σε μια σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα. Αριστερά μου υψωνόταν η σκηνή με τη μεγάλη λευκή οθόνη και δεξιά μπροστά μου η επικλινής πλατεία. Η ησυχία ήταν τέτοια που θα έλεγες πως από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκες στην κοιλιά ενός κήτους κι εκείνο στην κοιλιά ενός άλλου κι ενός άλλου κι ενός άλλου. Που και που τη σιωπή διέκοπταν μόνο κάποια υπόκωφα κλαψουρίσματα που ξεπηδούσαν από διάφορα σημεία του χώρου, τα οποία απορροφούνταν σχεδόν αμέσως από την παχιά μοκέτα της αίθουσας. Ανάμεσά τους,  η απόλυτη ησυχία.
Το κρύο εδώ μέσα ήταν αφόρητο. Με τα δόντια μου να χτυπάνε κούνησα τη βέργα βιαστικά δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να διακρίνω κάποια κίνηση μέσα στην περιοχή που όριζε η αδύναμη δεσμίδα φωτός που έβγαινε από το μικρό φακό.

Σήμερα ξύπνησα μέσα στη νύχτα. Έμεινα ξαπλωμένος για αρκετή ώρα στο πάτωμα απέναντι από τη σόμπα, κοιτάζοντας τη φωτιά που σιγόκαιγε πίσω από το μαυρισμένο τζάμι. Κάτω από μία ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα, ήταν πεταμένη μια σκισμένη παιδική φόρμα. Λίγο πιο ‘κει, πάνω στο βρώμικο πάτωμα τα υπολείμματα του χθεσινοβραδινού απέθαντου: ένας μικρός σωρός από απογυμνωμένα κοκαλάκια πεταμένα γύρω από μια λεπτή -σαν αλυσίδα ποδηλάτου- σπονδυλική στήλη. Κι ένα κρανίο μεγάλο όσο η χούφτα μου, ανοιγμένο στα δύο, άδειο.
Πέρασε αρκετή ώρα -δεν ξέρω πόση- πριν τελικά ο ήλιος σηκωθεί πάνω από τις άψυχες ταράτσες.

Τίποτα.

Προχώρησα προς τον κεντρικό διάδρομο και άρχισα να ανεβαίνω ένα ένα τα σκαλοπάτια κατευθύνοντας τη βέργα μια δεξιά και μια αριστερά, προσπαθώντας να εντοπίσω την πηγή των λυγμών πίσω από τις σειρές των βελούδινων καθισμάτων. Στην τέταρτη σειρά αριστερά και περίπου πέντε καθίσματα από το διάδρομο ο φακός μου έπεσε σε δύο απέθαντα που ήταν κουρνιασμένα χαμηλά κάτω από το αναδιπλωμένο κάθισμα. Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι τα οποία δεν πρέπει να ήταν πάνω από ενάμισι χρονών. Αδέρφια. Θυμόμουν τη μέρα που τα είχα βρει, πριν από κανένα χρόνο, σ’ ένα διαμέρισμα στα δυτικά της πόλης όπου είχα χωθεί ψάχνοντας για κονσέρβες. Απορροφημένος από την αναζήτησή μου στα ντουλάπια της κουζίνας, δεν είχα αντιληφθεί ότι δεν ήμουν μόνος στο διαμέρισμα και έτσι αιφνιδιάστηκα για τα καλά όταν ξαφνικά ένιωσα κάποιον να με γραπώνει από τη γάμπα. Γυρνώντας είχα δει το ένα από τα δύο -το αγόρι- να κρέμεται από το μπατζάκι μου και να προσπαθεί να με δαγκώσει πάνω από το παντελόνι και το άλλο -το κορίτσι- να καταφθάνει από το διάδρομο μπουσουλώντας και γρυλίζοντας. Γαμημένα απέθαντα! Ευτυχώς που δεν είχαν βγάλει ακόμη δόντια. Κατάφερα να τα ακινητοποιήσω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και αφού τα έδεσα και τα φίμωσα, τα φόρτωσα σε ένα καρότσι από σούπερ μάρκετ και τα κουβάλησα μέχρι εδώ. Από τότε τα κρατάω κλειδωμένα σ’ αυτή την ασφαλή αίθουσα, όπου αποθηκεύω όλα τα απέθαντα βρέφη που ξετρυπώνω κατά καιρούς, αρκεί να είναι σχετικά αρτιμελή και μικρότερα των δύο ετών, αφού από τα δύο και πάνω το κρέας των απέθαντων είναι …αμάσητο.

Καθώς το φως του φακού έπεσε στα πρόσωπά των δύο μικρόσωμων απέθαντων, αυτά αγκαλιάστηκαν και γύρισαν από την άλλη κλαψουρίζοντας. Έκανα ένα βήμα μπροστά τείνοντας το τσιγκέλι προς το λαιμό εκείνου που ήταν πιο κοντά σε μένα.

Σήμερα το πρωί, πριν να βγω έξω, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Είναι κάτι που είχα να κάνω πολύ καιρό. Περιεργάστηκα για αρκετή ώρα το πρόσωπό και το σώμα μου. Ψηλάφισα τις γκρίζες τρίχες, κάποιες ανεπαίσθητες ρυτίδες στο μέτωπο και γύρω από τα μάτια…  Πέρασα τον δείκτη του δεξιού μου χεριού πάνω από τα χείλια μου. Η μαλακή σάρκα τεντώθηκε, πιέστηκε και άσπρισε. Τράβηξα το δάχτυλο και παρατήρησα το αίμα να γεμίζει ξανά τα αγγεία κάτω από το ελαστικό δέρμα.

Έχω παρατηρήσει πως τα απέθαντα δε γερνάνε ποτέ. Παραμένουν ίδια κι απαράλλαχτα όπως ήταν την ημέρα που έπρεπε να πεθάνουν αλλά δεν πέθαναν. Πολλές φορές αναρωτιέμαι -ειδικά όταν οι αμμοθύελλες με κρατούν για μέρες κλεισμένο στο κρησφύγετό μου- πώς αντιλαμβάνεται ένα απέθαντο το χρόνο. Τι σηματοδοτεί τη ροή του; Η περιπλάνηση στους έρημους δρόμους; Η φθορά των αντικειμένων γύρω του; Όπως ας πούμε, η επιτάχυνση της δικής μου σωματικής σήψης; Η εναλλαγή φωτός και σκοταδιού; Πείνας και κορεσμού;

Στον καθρέφτη παρατήρησα το βλέμμα μου. Διαφορετικό από την τελευταία φορά που το αντίκρισα πριν από μήνες, πάλι εδώ. Πιο σταθερό, πιο μικρό, πιο στενό. Σαν την οπή της κλεψύδρας.

Σήμερα δεν έχω όρεξη για πολλά πολλά. Ξέπλυνα το στόμα μου με βενζίνη και βγήκα έξω.

.

.

—-
αιμόφυρτα απέθαντα υπάρχουν επίσης
στον κατήφορο, στο λίβινγκ ρουμ, πάνω από το πτώμα, στον ακάλυπτο, σε κατάνυξη και σε έξαψη

24 thoughts on “απέθαντα στην κλεψύδρα

  1. Ουφ!Πήγε η καρδιά μου στην Κούλουρη!:μόλις αρπάξατε τη βέργα με το τσιγκέλι και τον φακό,νόμισα ότι πηγαίνατε να κλέψετε φραγκόσυκα!

  2. Εσείς που πάτε και σε σουπερ μάρκετ, μήπως έχετε βρει πουθενά απέθαντα σε κονσέρβα, να τα έχουμε καβάντζα για όταν μας τελειώσουν τα «φρέσκα»;
    (των φρονίμων τα παιδιά, κλπ. κλπ.)

  3. κκμ, αποκλείεται. δε χάνεται αυτός. θα ξεχάστηκε πάλι σε κανένα βενζινάδικο.

    σελιτσάνος Ι, μα τι λέτε τώρα; έχω ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια γι’ αυτή τη δουλειά.

    σελιτσάνος ΙΙ, ή «τριγύρω» ή -πιο πιθανό- «απο κάτω».

    spy, πιο εύκολα θα βρείτε γκοτζίλα σε βαζάκι. Η ανθρωπότις ποτέ δε φημιζόταν για την προνοητικότητά της σε θέματα επιβίωσης στην περίπτωση μιας ολοκληρωτικής καταστροφής, όπως η εξάπλωση του ιού της απεθαντοσύνης. Αφήστε το ένστικτο να σας οδηγήσει. Μάθετε να φτιάχνετε σπιτικά λουκάνικα και παστά.

    mamma, υπομονή. είναι δύσκολος χειμώνας. θα βγει…
    Μην τον ακούτε τον σελιτσάνο, προσπαθεί να σας φρικάρει ακόμα περισσότερο (άκου φραγκόσυκα με το τσιγκέλι! )

    σελιτσάνος ΙΙΙ, δεν ευθύνομαι εγώ εάν εσεις χρησιμοποιείτε με λανθασμένο τρόπο τα εργαλεία σας, εντάξει;
    (πάω στοίχημα ότι τις ελιές τις μαζεύετε με χτένα)

  4. Eπείσθην (πρέπει να κόψω την πολλή ανάγνωση του Κ.Κ.Μοίρη βλογ).
    Θα κάτσω το βράδυ να διαβάσω όλες τις περιπέτειες των αιμόφυρτων και θα επανέλθω σχολιάζοντας.
    Αν πρέπει να με προειδοποιήσετε για κάτι παρακαλώ όπως το πράξετε συντόμως (είδατε που σας λέω;).

  5. Εμείς στο χωριό μου τα φραγκόσυκα τα μαζεύουμε με ένα εργαλείο που μοιάζει με τσιγκέλι. Τα γάντια τα έχουμε για την ιστιοπλοοία

    :-P

  6. Συμπληρώνοντας την mamma να σας πω ότι το ονομάζουν ιγκλί(σιγά μη δεν το ξέρατε,αφού έχετε μολυνθεί ήδη από τα νότια κλίματα).

    (Ναι,αλλά υπάρχουν διαφορετικές σχολές για τα αν πρέπει μετά να τους κάνουμε περμανάντ ή απλώς να τις ψεκάσουμε με λακ).

  7. Α!Ξέχασα να σας ενημερώσω ότι κυκλοφορεί βενζίνη(100) με φθόριο και χλωρεξιδίνη για την πρόληψη της τερηδόνας και της ουλίτιδας.Ρωτείστε και τον οδοντογιατρό σας.

    (Ευγενική χορηγεία της Procter ans Gamble).

  8. σπίτσλες μείνει έχω, φοβερό λέμε, μου έφτιαξε τη διάθεση
    (είναι η 1η φορά που σχολιάζω, αν και σας διαβάζω ανελλιπώς, με είχαν πιάσει μάλλον αι ντροπαί και νομίζω ότι δεν υπάρχουν πιο ντροπαλοί σχολιασταί από τους πρώην μπλόγκερζ)

  9. χνούδι, να σας πω… Τα έργα αυτά, αν και συνήθως χαρακτηρίζονται από κουραστικήν μακρολογίαν, έχουν εν τούτοις τας ωραιότητάς των, τόσον εις τας λεπτομέρειας της δράσεως, όσον και εις την διαγραφήν των χαρακτήρων και των συναισθημάτων.
    Το διάγραμμα της υποθέσεως δεν έχει τίποτα το πρωτότυπον, αλλά είναι τουλάχιστον απλούν και σαφές.

    mamma, τώρα με τρομάζετε εσείς! Τις ελιές τις τινάζετε ή τις χτενίζετε;

    σελιτσάνος Ι, όχι δεν είχα ιδέα! Εμείς εδώ στα βόρεια, τα τσιγκέλια τα χρησιμοποιούμε μόνο για κρεατικά.
    (Να ‘στε καλά. Αυτό έλεγα κι εγώ: Ή το ένα ή το άλλο. Θα το πω στην πεθερά μου που επέμενε φέτος να τις κάνουμε ντεκαπάζ)

    σελιτσάνος ΙΙ, Θα ρωτήσω το συντομότερο! Ευχαριστώ! Τυχαίνει μάλιστα ο οδοντογιατρός μου να είναι και βενζινάς.

    κλεάνθης, καλώς ήρθατε εντούτοις στο κλαμπ των σχολιαστών. :-)

  10. Παρόλο που δεν αντιλαμβάνομαι το κόλλημα που έχετε φάει με τις ελιές να σας ενημερώσω ότι τις τσακίζουμε, εξού και η περίφημη ονομασία «τσακιστές ελιές» :)

  11. Παράθεμα: Why you never became a dancer » Blog Archive » Mουσική για απέθαντα

  12. Εκτός από το αίμα από τα απέθαντα τί άλλο πίνετε αγαπητέ; Χρειάζομαι 3-4 νταμιτζάνες για να βγάλω τον υπόλοιπο Χειμώνα.

    Εκεί στην αίθουσα βαριές μοκέτες, βαριά κόκκινη κουρτίνα στην πόρτα(;;;;;;; γύφτος θα έκανε την διακόσμιση), κόκκινη μοκέτα πάνω στην βαριά πόρτα. Μα καλά τόσο κρύο; Το κλιματιστικό το είχατε κλείσει; Τί ρεύμα πληρωνεται στην ΔΕΗ; Ή μήπως ανταλλάσετε ρεύμα με απέθαντα;

    Χαίρομαι πολύ που αυτή η βόλτα σας δεν ήταν βόλτα για να μαζέψετε φραγκόσυκα.

  13. @κ.κ.μοίρης
    Τόσο γρήγορη διάψευση δημιουργεί υποψίες (λόγω ένοχης συνείδησης, κ.λπ). Έπρεπε να αφήσετε να περάσει λίγη ώρα.

  14. ΚΟΤΣΙΡΑΣ;;;;;;

    (και μετά νομίζουν οι αναγνώστες σας πως τα ποστ σας είναι σπλάτερ… τι να πούμε για τη ζωή σας δηλαδή;)

  15. νομίζω ότι η dj το έκανε για πλάκα.
    (είναι κουμπάρα μου)

    όπως και να έχει πάντως, το ποτήρι έσπασε στο χέρι μου και το μαγαζί γέμισε αίματα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s