απέθαντα στον ακάλυπτο

Ξεφυσώντας έσυρα το βαρέλι με την ξερή λεμονιά μέχρι το σημείο όπου είχα κόψει τα κάγκελα. Έριξα μια ματιά έξι ορόφους πιο κάτω όπου καμιά εικοσαριά από τα απέθαντα βολόδερναν ακάλυπτα στον ακάλυπτο. Έσπρωξα προσεκτικά το βαρέλι ώσπου η βάση του ξεπρόβαλλε από την άκρη του μπαλκονιού και μετά κάθισα δίπλα του κρεμώντας τα πόδια μου στο κενό.

Τώρα, δεν είχα παρά να περιμένω.

Έβγαλα από το σακίδιο ένα κομμάτι καπνιστή μπριζόλα απέθαντου και το μπουκάλι με την super unleaded των 100 οκτανίων και άρχισα να παρακολουθώ την κίνηση από ψηλά, πίνοντας και μασουλώντας.

Οι έξι τελευταίοι μήνες κύλισαν σαν αίμα από ανοιχτό λαιμό και ο χρόνος σταδιακά νεκρώθηκε και μετατράπηκε σε ένα παγωμένο κουφάρι που σάπιζε μέσα στο κεφάλι μου. Δεν υπήρχαν πια ώρες και λεπτά ή δευτερόλεπτα. Ούτε εποχές. Δεν υπήρχε μέρα ή νύχτα, παρά μόνο ένα αμήχανο πηγαινέλα του ήλιου στον χέρσο ουρανό.

Το νερό είχε εξαφανιστεί από καιρό. Το ίδιο κι οι χυμοί και τα αναψυκτικά. Ακόμη και το αίμα που κάποτε έρεε στις απορροές των δρόμων στέρεψε. Το μόνο υγρό που έβρισκα πια ήταν τα καύσιμα στις δεξαμενές των ερημωμένων βενζινάδικων. Από αυτά υπήρχαν άφθονα αφού κανείς δεν τα χρειαζόταν πια. Κανείς εκτός από μένα.

Ανακάλυψα πως μπορούσα να πίνω μικρές ποσότητες βενζίνης δίχως να ξερνάω τα σωθικά μου -όπως γινόταν τις τελευταίες εβδομάδες με το αίμα- κι έτσι, αυξάνοντας σταδιακά τις δόσεις κατάφερα να καλύπτω τις ανάγκες του σώματός μου σε υγρά, με δύο λίτρα βενζίνης την ημέρα. Προτιμώ την αμόλυβδη των 100 οκτανίων επειδή είναι πιο ευκολοχώνευτη.

Από το ισόγειο της απέναντι πολυκατοικίας εμφανίστηκε τρεκλίζοντας ο κύριος Παντελής. Με τα μάτια μου καρφωμένα επάνω του, σηκώθηκα και πήρα θέση δίπλα στο βαρέλι με τη λεμονιά.

Ο κύριος Παντελής ήταν ένας καλοθρεμμένος οικόσιτος πενηνταπεντάρης που είχε περάσει τη μισή του ζωή καθισμένος σε μια αναπαυτική καρέκλα γραφείου και την άλλη μισή ξαπλωμένος στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση. Ποτέ δεν τον είχα δει να περπατάει πέρα από τα δέκα μέτρα που χώριζαν την πόρτα του διαμερίσματος από το αυτοκίνητό του. Ήταν άσπρος, καθαρός κι ευνουχισμένος και θυμάμαι ακόμα, μια μέρα που έτυχε ν’ ανταλλάξουμε χειραψία στην είσοδο της οικοδομής, πώς βούλιαξε το χέρι μου και χάθηκε στην ζεστή κι αφράτη παλάμη του και αυτή η τρυφερή ανάμνηση έκανε τώρα την κοιλιά μου να γουργουρίζει σαν τρελή από την πείνα, παρόλο που μόλις είχα καταπιεί το τελευταίο κομμάτι της τροφαντής και καλοσιτεμένης συζύγου του, της γλυκύτατης –ειδικά όσα από τα κομμάτια της είχαν καπνιστεί- κυρίας Ασπασίας.

Τον παρακολουθούσα καθώς παραπατούσε ουρλιάζοντας «Ουααάργκ… Ουααάργκ…» ανάμεσα στα άλλα απέθαντα προσπαθώντας να διασχίσει τον ακάλυπτο και να φτάσει στη βάση της πολυκατοικίας που καθόμουν και χαμογέλασα στη σκέψη ότι τελικά ο καημένος ο κύριος Παντελής περπάτησε σ’ αυτή τη γη περισσότερο ως απέθαντος παρά ως ζωντανός.

Κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης «συμβίωσης» με τα απέθαντα είχα παρατηρήσει ότι τα προσέλκυε η μυρωδιά από τα υπολείμματα κοντινών τους προσώπων κι έτσι, περίπου είκοσι μέτρα κάτω από το βαρέλι, είχα ακουμπήσει, πάνω σ’ ένα αναποδογυρισμένο πλαστικό κασόνι, τη νεκρή συρρικνωμένη καρδιά της κυρίας Ασπασίας.

Σε εκείνο ακριβώς το σημείο κατευθυνόταν αυτή τη στιγμή ο κύριος Παντελής ουρλιάζοντας σπαρακτικά.

Περίμενα λοιπόν να πλησιάσει και μόλις στάθηκε δίπλα στο κασόνι κι έσκυψε για να μυρίσει το δόλωμα, έδωσα μια γερή σπρωξιά στο βαρέλι στέλνοντάς το να διαγράψει μια αθόρυβη τροχιά στο κενό με κατεύθυνση το κεφάλι του αφράτου απέθαντου.

Αλίμονο όμως – η βολή ήταν άστοχη. Αντί η τεράστια γλάστρα να λιώσει το κεφάλι του λαχταριστού μεσήλικα, πήγε κι έσκασε μισό μέτρο παραδίπλα, ακριβώς πάνω στο κεφάλι της Μαρίτσας, εκείνης της ούλτρα φιτ τριανταπεντάρας από τον τρίτο, που ξημεροβραδιαζόταν στα γυμναστήρια και ήταν ευρέως γνωστή στη γειτονιά ως «το κορίτσι-λάστιχο».

Σκατά.

Έριξα δυο τρεις μολότωφ για ν’ απομακρύνω τα υπόλοιπα απέθαντα, πήρα το πριόνι και μια μεγάλη μαύρη σακούλα και κατέβηκα βλαστημώντας στον ακάλυπτο.

Όσο ήταν ζωντανή η Μαρίτσα διήγε βίο ασκητικό: Εξ ανάγκης μοναχικό και εξ επιλογής βιολογικό. Τρεφόταν μόνο με πιστοποιημένα για την αγνότητά τους προϊόντα μεταξύ των οποίων ασύλληπτες ποσότητες πράσινης σαλάτας, ξινών φρούτων, πολύχρωμων οσπρίων και μικροσκοπικών σπόρων.

Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι το κρέας της θα ήταν νόστιμο. Και σίγουρα ήταν «βιολογικό». Αλλά –γαμώ τα γυμναστήριά τους μέσα- το έβλεπα ήδη καθώς διαμέλιζα και χώριζα τα διάφορα κομμάτια, ότι…

«… αυτό το γαμημένο απέθαντο θα ήταν αμάσητο!»

Advertisements

18 thoughts on “απέθαντα στον ακάλυπτο

  1. Δεν σας ταιριάζει η πρόχειρη γραφή.Γιατί δεν κάνετε πρώτα έρευνα;(Ακου καπνιστή μπριζόλα απέθαντης Ασπασίας!).Γιατί δε ρωτάτε τους γνώστες(πχ τον καρβουνιάρη);Την άλλη φορά να δοκιμάσετε αμελέτητα απέθαντου σαλμί,με δυο σταγόνες 100άρι ορυκτέλαιο(το 20άρι το κάνει λίγο νερουλό).

  2. κκμ, εγώ πάλι τα βλέπω να αυξάνονται στα ντουλάπια κι ανησυχώ. Κάτι ιταλικά γιαούρτια, κάτι ολλανδικές φάβες… Να τα κάψω λες;

    σελιτσάνος, Θα είναι μεγάλη έκπληξη για μένα αν κατά την επεξεργασία της Μαρίτσας ανακαλύψω πως είχε αμελέτητα.
    Αν όλα εξελιχθούν φυσιολογικά, μπορώ να τ’ αντικαταστήσω στη συνταγή με ωοθήκες παστωμένες σε ορυκτό αλάτι;
    Επίσης, αντί για καπνιστή μπριζόλα, αυτή τη φορά, λέω να βγάλω δυο λούζες. Τα κόκαλα θα τα βράσω σε αντιψυκτικό αερόφρενων και θα κρατήσω το ζωμό. Αν σας περισσεύει θρούμπι στείλτε μου λίγο γιατί δυσκολεύομαι να βρω εδώ πάνω. Παχύ έντερο έχω μπόλικο.
    Συμφωνώ για το 20άρι.

    κκμ, αμάσητα αμελέτητα απέθαντων

  3. κκμ, απαπα! έχεις δει μεταλλαγμένο απέθαντο;
    Γυαλίζει το μάτι του!
    Άσε που τους κυνηγάνε για να τους κάνουνε βιοδιασπώμενες σακούλες ή βιοκαύσιμο.
    Πού να βρεις να φας μετά;

  4. Κρίμα για το αμάσητο. Αν ήταν όντως τέτοιο. Πάντως, υκλοφορούν τέτοια και πέρα από την τηλεόραση, ίσως άμα δείτε και από την άλλη πλευρά της πρασιάς, να έχει κάτι το βιολογικό.

  5. Κύριε,
    αυτό σας το γραπτό δεν πρόκειται ποτέ να ανθολογηθεί για τις εκπαιδευτικές ανάγκες των νεοελληνόπαιδων.

    @κκμ.
    Έχεις δίκιο κι άφες αυτόν τον αδαή. Είχα εγώ το πάλαι μια Μαρίτσα με κάτι αρχ… να!
    Μόνο που ήταν γραφομηχανή (της λιθίνης περιόδου) κάτι ξέρει ο Σελιτσάνος.

    @Σελιτσάνε
    Πια τα καπνίσαμε όλα και περνάμε σε κάπνισμα του νερού.
    Επόμενο βήγμα να καπνίσουμε τον αέρα.

    @κοπολόζε,
    και βενζίνη καπνιστή έχουμε καβατζ-άρτυσμα για ώρες δύσκολες.

  6. exiled, μια και πιάσαμε τα βιολογικά μήπως ν’ αντικαταστήσω και την 100άρα αμόλυβδη με βιοαιθανόλη; Ή το κάνω σωστά ή καθόλου, έτσι δεν είναι;

    aerosol, «άμα τα μασήσεις αρκετά, όλα καλά είναι».
    Το έλεγε ο προπάππους μου (όχι για τα απέθαντα!)

    dimitris-r, Γιατί όχι; με λίγες μετατροπές μέχρι και σε βιβλίο προσχολικών δραστηριοτήτων μπαίνει. Προσέξτε:
    Ήταν κάποτε μια μικρή λεμονιά που ζούσε σ’ ένα βαρέλι στο μπαλκόνι μιας γκρίζας πολυκατοικίας…. μπλα μπλα μπλα… Οι άνθρωποι ξεχνούσαν να την ποτίσουν… μπλα μπλα… η μικρή λεμονιά επιβίωνε πίνοντας τοξική βροχή και ρουφώντας καυσαέρια και μπλα μπλα. Μπλα μπλα μπλα… μια μέρα έβγαλε ένα λεμόνι αλλά και πάλι κανείς δεν της έδωσε σημασία γιατί μπλα μπλα μπλα τηλεόραση, δουλείες, υποχρεώσεις μπλα μπλα… και τότε θύμωσε και αποφάσισε από εδώ και πέρα να πετάει τα λεμόνια της στο κεφάλια των περαστικών… μπλα μπλα μπλα.

    Βλέπετε;

    (αυτή την καπνιστή βενζίνη και τι δε θα’ δινα να τη δοκιμάσω, αλλά απ’ ότι πληροφορήθηκα, τις κρίσιμες ημέρες θα βρίσκεστε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το επίκεντρο της επικείμενης δόνησης)

  7. Πολύ ενδιαφέρουσα η αντίδραση στην ανάμνηση της αφράτης παλάμης. Από εδώ και πέρα θα προσέχω περισσότερο αυτούς που χαιρετώ. :)

  8. Εμένα τώρα δα μου ήρθε μια λιγούρα. Είναι λογικό με τόσα απέθαντα; Και όχι δεν με έχει επιρρεάσει η υπερβολική κατανάλωση βενζίνης

  9. spy, Θέλετε κι εσείς καπνιστό απέθαντο; Να σας στείλω λίγο Μαρίτσα; Μην πείτε μετά ότι δε σας προειδοποίησα.

    ., πολύ αργά πια αγαπητέ. Ήδη σας θεωρώ τροφή και χωρίς την ανάμνηση της παλάμης σας.

    island, λογικότατον. Προσέξτε όμως με τη βενζίνη. Μπορείτε αν θέλετε να πίνετε κανένα λίτρο παραπάνω αλλά είναι προτιμότερο να το κάνετε μετά το φαγητό (ή έστω μαζί).

  10. Πρέπει να σας επιστήσω την προσοχή ότι οι καλοί τρόποι απαιτούν στο τραπέζι να μην μιλάμε όταν τρώμε.Εσείς τώρα έχετε στήσει ολόκληρη κουβέντα με το φαγητό σας!(Τσ τσ τσ τα σημερινά παιδιά!!!).

  11. Πολύ καλά κάνετε και το επισημαίνετε.
    Αλλά αυτό το «κουβέντα ΜΕ το φαγητό σας» το βρήκα κάπως brutal.
    Γιατί τρομάζετε τους καλεσμένους;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s