εκδίκηση

«Σκατόμυγα!»,

γρύλισε το τέρας, το θεριό, ο σάπιος ο βρομιάρης που άλλο τίποτε δεν έκανε από το να ρεύεται κάθε φορά που λέκιαζε με τα μάτια του τα κωλομέρια των περαστικών κοριτσιών, καθισμένος στη λιγδιασμένη του καρέκλα, μπροστά στην πόρτα του μισογκρεμισμένου του κάστρου, με κείνα τα μάτια να κρέμονται κόκκινα και τα δόντια και τα κίτρινα τα σάλια. «Σκατόμυγα», και το χοντρό και τριχωτό του χέρι, προσγειώθηκε με δύναμη λίγο πιο ‘κει από το δεξί φτερό μου. Σάπιος μαλάκας. Πεθαμένος από καιρό και μόνο ένα γουργούρισμα στην κοιλιά του να έχει απομείνει, να πνίγει την πείνα του για όλα, ένα υπόκωφο σιχαμερό ουρλιαχτό πνιγμένο σε γαστρικά υγρά και περιττώματα, σαν κοχλασμός κουφαριού σε αποσύνθεση. Και με το χέρι να πιέζει το βρωμερό του ψοφίμι, κάθε φορά που ένα κορίτσι τρυπώνει στη μύτη του, «σκατόμυγα» και το χέρι του σφύριξε ξανά στον αέρα και τσάκισε δύο από τα πόδια μου, τα ξερίζωσε από τη ρίζα, και μαζί και το μισό μου σώμα κι έμειναν όλα κολλημένα εκεί στην άκρη του κόκκινου ματιού του να κρέμονται σα δάκρυ από εντόσθια. Αλλά εγώ, έστω κι έτσι, μισή, κατάφερα και πέταξα και σύρθηκα κι έφτασα εδώ και να ‘μαι λοιπόν τώρα, στην άκρη του δρόμου, να κυλιέμαι στην κουράδα εκείνου του βρομόσκυλου, του Ράμπο, που πέρασε τη ζωή του όλη ξεσκίζοντας γάτες και μικρότερα απ’ αυτόν σκυλιά – τόσο δειλό ήταν το μαλακισμένο – και τώρα που γέρασε κι έχασε τα περισσότερα του δόντια, αδύνατος και τυφλός… αξιοθρήνητος μαλάκας, τον κυνηγούν τα βράδια οι αρουραίοι, τον δαγκώνουν, κομμάτια ολόκληρα κόβουν από το γέρικο, αφυδατωμένο και άνοστο κρέας του και την ημέρα κυλιέται στα σκουπίδια – ψάχνοντας κάτι να φάει – και οι πληγές του ανοιχτές… να στάζουν κίτρινο πύο και σκουλήκια… Σ’ αυτού του μαλάκα την γλιτσιασμένη κουράδα λοιπόν κολυμπάω τώρα ενώ αυτός πεθαίνει δίπλα μου και το χαίρομαι τόσο που γυρνάω μπρούμυτα… και ανάσκελα, χώνω το κεφάλι μου μέσα… κι όσα πόδια μου απόμειναν… γεμίζω και το στόμα μου αλείφω τις πληγές μου και μετά πέφτω πάλι ανάσκελα για να πασαλείψω καλά τα φτερά μου… κι ενώ πεθαίνω, από μέσα μου γελάω, «κοίτα να δεις» σκέφτομαι, «πώς έρχονται τα πράγματα… στου γέρο Ράμπο το σκατό να κάνω τώρα κωλοτούμπες, που όταν ήμουν ακόμη νέα ούτε να το φτύσω το κωλόσκυλο…» Πώς κάνει κύκλους η ζωή… Είδες;

Και καθώς νιώθω ένα μαύρο πέπλο να πέφτει στον κόσμο γύρω μου, μαζεύω γρήγορα όσα περισσότερα σκατά μπορώ, ανοίγω τα φτερά μου και μ’ όση δύναμη μου έχει απομείνει, πετώ ίσια στο στόμα του χοντρομαλάκα βρομιάρη που χασμουριέται σα βόδι απέναντι.

Advertisements

5 thoughts on “εκδίκηση

  1. @ ε
    …βρωμερό και τρισάθλιο!

    @ Nina C
    Ξεχνάτε πως μου πήρε έναν ολόκληρο χρόνο για να ολοκληρώσω το πρώτο; Δε σας έφτασε; Θέλετε κι άλλο;!

    @ kostis-b
    Ευχαριστώ πολύ! Η οικολογική διάσταση του βλόγεσθαι, είναι η αλήθεια ότι με απασχολεί πολύ τελευταία. :-)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s