προορισμός 1

1202-3.jpg

Στο ισόγειο του τελευταίου κτιρίου, κατεβαίνοντας την Hauptstrasse δεξιά, λειτουργούσε εκείνη την εποχή η μπυραρία του παππού μου. Μπόμπιρας ακόμη, έβγαινα από την πίσω πόρτα του μαγαζιού και μ’ ένα σάλτο ανέβαινα στο αόρατο άλογό μου -ένα άλογο περήφανο κι επιβλητικό, αντάξιο ενός γενναίου και ατρόμητου ιππότη όπως ήμουν εγώ: Ο Ιβανόης Α’, ο Παλαιολόγος, ο Προστάτης των Νεροσκούληκων. Με μια αποφασιστική κίνηση κατέβαζα το μεταλλικό προστατευτικό του αόρατου κράνους μου και κλωτσούσα με δύναμη το άλογο στα πλευρά. Εκείνο, έκανε πρώτα μία περιστροφή γύρω από τον εαυτό του και μετά χλιμιντρίζοντας έδινε μια και πηδούσε πάνω από τους σκουπιδοτενεκέδες και το φράχτη της μικρής αυλής. Υπό τις κλαγγές της αόρατης μεταλλικής πανοπλίας μου, προσγειωνόμασταν στην αρχή του ανηφορικού μονοπατιού που οδηγούσε, μέσα από ένα μικρό σε έκταση αλλά πυκνό δάσος, στο κάστρο που δεσπόζει πάνω από την πόλη. Ακολουθούσα καλπάζοντας το μονοπάτι μέχρι την πρώτη μεγάλη αριστερή στροφή, εκεί έδενα το άλογο σ’ ένα δέντρο και αφού παραμέριζα κάποια χαμηλά κλαδιά που βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά, εγκατέλειπα το μονοπάτι και χωνόμουν στην πυκνή βλάστηση. Πότε μπουσουλώντας και πότε έρποντας έφτανα μέχρι τη βάση του εξωτερικού τείχους, και μετά ακολουθούσα περιμετρικά τη διαδρομή του, έχοντάς το πάντα στο αριστερό μου χέρι. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κάτω υπήρχε ένας μεγάλος βράχος. Το τείχος συνέχιζε πάνω απ’ αυτόν αλλά εγώ σταματούσα εδώ και κατέβαινα προσεκτικά στη βάση του, όπου σχηματιζόταν ένα μικρό κοίλωμα, κάτι σαν ατομική σπηλιά, απ’ όπου είχε κανείς μια πανοραμική άποψη της πόλης από ψηλά. Το έδαφος σ’ εκείνο το σημείο ήταν επίπεδο και σκληρό και συνήθιζα να κουρνιάζω κάτω από τον τεράστιο βράχο, και να παρατηρώ τις στήλες των καπνών που ανέβαιναν από τα φουγάρα των εργοστασίων της πόλης. Siemens, Hartmann, Voith και λίγα χιλιόμετρα προς τα νότια η Osram. Ονόματα ξενικά, όμως ταυτόχρονα οικεία και αναπόφευκτα ενσωματωμένα στο καθημερινό λεξιλόγιο ακόμη και των μικρών παιδιών εκείνης της εποχής.

Ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο λοιπόν, πάνω σ’ εκείνο το λόφο στη μέση της Κεντρικής Ευρώπης, βρήκα μια μέρα, ένα μικρό ολόλευκο κοχύλι.

Η προσπάθεια για τη διαλεύκανση του μυστηρίου που κάλυπτε την πιθανή προέλευση του ευρήματος αυτού, πυροδότησε ένα πλήθος ερωτηματικών στο παιδικό μου μυαλό και δεν άργησε να ‘ρθει η ώρα όπου άρχισα να φαντάζομαι την πόλη, σε μια εποχή εκτός χρόνου, πλημμυρισμένη από μια προϊστορική θάλασσα, τα κατάμαυρα νερά της οποίας θα σκέπαζαν όλη την περιοχή της Βάδης Βυρτεμβέργης από τους πρόποδες των Άλπεων μέχρι και τις παρυφές του Μέλανα Δρυμού. Μυθικά τέρατα και γιγάντια κήτη θα κολυμπούσαν στα μέρη όπου σήμερα απλώνονταν αχανείς βιομηχανικές εγκαταστάσεις, και αποικίες λευκών κοραλλιών θα κάλυπταν τις πλαγιές όλων των τριγύρω λόφων. Κοιτούσα τον ουρανό πάνω από την πόλη και θαρρούσα πως έβλεπα ελέφαντες, τίγρεις και λιοντάρια, να μεταναστεύουν, κολυμπώντας προς άγνωστο προορισμό, ακολουθώντας το ένστικτο της επιβίωσης. Δεν ήταν λίγες μάλιστα οι φορές που κάποιος γέρος ελέφαντας καταπονημένος από το πολυήμερο κολύμπι σταματούσε την προσπάθεια κι αφηνόταν, εγκαταλελειμμένος από τις δυνάμεις του, να παρασυρθεί αργά στο σκοτεινό βυθό. Συνήθως τότε πεταγόταν από τα βάθη της θάλασσας, κάποιο φοβερό θαλάσσιο τέρας και πριν καν το άψυχο σώμα του εξαντλημένου ζώου φτάσει στον πυθμένα, άνοιγε το φοβερό στόμα του και το έκανε μια χαψιά.

Αρκετά χρόνια αργότερα, φοιτητής πλέον στη Γερμανία, επισκέφθηκα την πόλη, στην οποία εντωμεταξύ δεν είχε απομείνει πια κανένας συγγενείς. Καθώς έκανα μια βόλτα στις επάλξεις του κάστρου, φτάνοντας στο σημείο πάνω από την παλιά μου κρυψώνα, το μάτι μου έπεσε στο τσιμέντο που συγκρατούσε τις πέτρες του τείχους. Παρατήρησα τότε πως μέσα στο τσιμέντο υπήρχαν, αναμεμειγμένα μαζί με μπόλικη άμμο, χιλιάδες θραύσματα κοχυλιών ή και ολόκληρα μικρά κοχύλια σαν εκείνο που είχα βρει πριν από χρόνια πεσμένο ακριβώς από κάτω.

Χαμογέλασα νοσταλγώντας, είναι η αλήθεια, την παιδική μου αφέλεια και γύρισα το βλέμμα μου στον ουρανό αλλά, τουλάχιστον μέχρι εκεί που μπορούσα να δω, δεν μπόρεσα να διακρίνω ούτε έναν ελέφαντα να κολυμπάει.

… Και οι καπνοί απ’ τα εργοστάσια ήταν πολύ λιγότεροι.

—————–
Για όσους αναρωτιούνται, φυσικά κι επιχείρησα να ξαναφτάσω στην παιδική μου κρυψώνα. Όσο όμως κι αν προσπάθησα, το αναπτυγμένο σώμα του 23άρη πια νεαρού, ήταν αδύνατο να διαπεράσει την πυκνή βλάστηση απ’ όπου μόλις και μετά βίας χωρούσε να περάσει ένα μικροκαμωμένο 7χρονο αγόρι και μάλιστα χωρίς το άλογό του.

4 thoughts on “προορισμός 1

  1. Διαβάζω το αφτιασίδοτο εκπληκτικό «κομμάτι» σας,
    και μη λογαριάζοντας τον κίνδυνο να περιπέσω στο «μελό»,
    ανεθάρρετα λέω: «Ρε τον π…..! (αρχικώς).

    Κατόπιν όμως σκέφτομαι (καθότι διαστροφικά αναλυτικός),
    πόσο συγκλονίζει αλήθεια τον καθένα, να ξαναζεί με αναμνήσεις-χασισοπότικα τα μυστικά παιδικά του χρόνια.
    Πόση βαρύτητα έχει, για τον καθένα χώρια,
    αυτήν η έκκεντρη και περίεργη αλαφράδα που νοιώθει στο στομάχι,
    όταν σαν «επισκέπτης» ξαναντικρίζει τα μέρη που έπαιζε μικρός.
    Πόση «σημασία» έχει αυτήν η ετεροχρονισμένη ετερότητα (όταν δηλαδή ακολουθείς τα βήματα ενός παιδιού, το οποίο κάποτε ήσουν εσύ).
    Πόσο αυτονόητα οικείος έμοιαζε τότε ο κόσμος γύρω σου!
    Όπως θα’ λεγε και η αγαπητή cd: “Respect, maitre”

    ΥΓ: το βάρυνα λίγο αλλά ελπίζω στην κατανόηση σας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s