Φόρτωσα στο mp3, σαράντα κομμάτια (20 & 20), όσα και τα καλοκαίρια που έχω περάσει στο νησί. Πήρα και τέσσερα βιβλία: Τον Ανηθικολόγο του Ζιντ, το Πέρασμα του Μακάρθυ, την Παραλία του Παβέζε και έναν τόμο με διηγήματα του Μωπασάν. Περίεργη διάθεση για διακοπές, φέτος. Μια τάση να σκορπιστώ σαν αμμόλοφος. Να μετατοπιστώ. Να μετασχηματιστώ. Μου έλειψε, το καταμεσήμερο στα ξερά αμμοχώραφα. Οι κορυφές από το αλμυρό θυμάρι λιωμένες στα δάχτυλά μου. Θέλω φέτος να πάρω την καλή μου και τα παιδιά και να πάμε, μια νύχτα, στο εκκλησάκι του Αγίου Ερμολάου, να καθίσουμε για λίγο, εκεί, στο πεζούλι πίσω από το ιερό. Θέλω να δουν τον σκοτεινό ουρανό και πώς αυτός γίνεται ένα με τη κατάμαυρη θάλασσα που σκάει κάτω από τα πόδια σου. Και τα βράχια που, στο φως του φεγγαριού, μοιάζουν με λευκό σεντόνι κουβαριασμένο στην άκρη της προκυμαίας. Να ακούσουμε το νυχτερινό αέρα… Το θρόισμα της καλαμιάς.
Φεύγω από το σπίτι στις εφτάμιση κάθε πρωί. Στις οκτώ παρά τέταρτο επιστρέφω για να μεταφέρω τα παιδιά. Αν υπολογίσει κανείς πως θέλω έξη λεπτά να φτάσω στο γραφείο-όταν δεν βρέχει ή δεν πετύχω σκουπιδιάρα στη διαδρομή-, δυο λεπτά για να παρκάρω και ένα λεπτό να ανέβω τις σκάλες ως το γραφείο, πρέπει να βρω έναν τρόπο να συντομεύσω τη διαδρομή, το παρκάρισμα ή το ανέβασμα.
Σε κάθε άλλη περίπτωση τα παιδιά μου θα μείνουν αναλφάβητα.
Θα τα πω στα γρήγορα γιατί είμαι ήδη με το ένα πόδι στο γκάζι του πολυμορφικού με την οικογένεια να τραγουδά «αντίο Λιλιπούπολη αντίο αντίο», ενώ το άλλο μου πόδι το κρατάει αυτός ο τύπος με τα πέτσινα, ο Kelly Halliburton και δεν το αφήνει μέχρι να τα ξεράσω όλα και αυτό ακριβώς πρόκειται να κάνω προκειμένου να λυτρωθώ και να περάσω ένα ήσυχο σαββατοκύριακο, γι’ αυτό όποιος δε θέλει να λερωθεί ας αλλάξει κανάλι.
Αυτός ο νεαρός, ο Kelly Halliburton που λέγαμε, είναι ο ντράμερ των Pierced Arrows, της μπάντας που στήσανε ο Fred και η Toody Cole, λίγους μήνες μετά από την αποχώρηση του Andrew Loomis από τους Dead Moon και τη συνακόλουθη διάλυσή του θρυλικού αυτού τρίο. Οι Cole συνάντησαν πρώτη φορά τον Halliburton στη Στουτγκάρδη, κατά την περιοδία τους στη Γερμανία το 2001, και όταν λίγα χρόνια αργότερα αποφάσισαν να φτιάξουν τους pierced arrows θυμήθηκαν τον νεαρό μπασίστα και του πρότειναν να γίνει ο ντράμερ (!) της καινούριας μπάντας.
Αυτά τα ολίγα ιστορικά. Πάμε στα ενδοκρινολογικά τώρα.
Οι dead moon ήταν και είναι ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα. Δεν προλαβαίνω να επεκταθώ επ’ αυτού, αν και θα μπορούσα να γράφω επί μέρες γι’ αυτούς, αλλά ένα θα σας πω μόνο, ότι έχω βουτηχτεί σε όλα τα κλισέ για χάρη τους. Έχω γίνει στουπί απ’ τα ποτά ακούγοντάς τους. Έχω κλάψει, έχω ερωτευθεί, έχω γαμήσει, έχω ουρλιάξει, έχω τραγουδήσει, έχω κυλιστεί σε λάσπες και σκατά και λιβάδια με λουλούδια μαζί τους. Έχω πετάξει σε ουρανούς με διαμάντια -και φάλαινες και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σας- με τη φωνή του Fred να στριφογυρίζει στα σωθικά μου και τα ουρλιαχτά της Toody να μου τρυπάνε τ’ αυτιά. Τελεία.
Πίσω στον Halliburton πάλι.
Η ζωή τα έφερε έτσι που όλη η προηγούμενη παράγραφος είθισται να ατενίζεται πλέον εκ του μακρόθεν. Με τα χρόνια έχασα την επαφή μου με τους Dead Moon, και ενώ οι Cole συνέχισαν το θορυβώδες ταξίδι τους με τον καρβουνιάρη, εγώ πήρα πολυμορφικό. Οι συναντήσεις μας είναι πλέον σπάνιες και γίνονται από το ασφαλές περιβάλλον του γραφείου, μέσω κάποιου κλεμμένου mp3, ή σκόρπιων βίντεο από το youtube. Έπεσα όμως πρωί πρωί σ’ αυτό το συγκεκριμένο βιντεάκι, και θα το προσπερνούσα είναι η αλήθεια χωρίς περαιτέρω ανάλυση, αλλά είναι βλέπετε που αναγνώρισα στην καμάρα του κτιρίου πίσω από τον Halliburton, το στέκι των φοιτητικών μου χρόνων. Εκεί όπου έχω περάσει εκατοντάδες ώρες στα τέλη 80’s – αρχές 90’s, με το να αλληλοσκουντιέμαι με διάφορους τύπους σε αποπνικτικές συναυλίες, πίνοντας και ξερνώντας ο,τιδήποτε οπουδήποτε, ακόμη και διανυκτερεύοντας πολλές φορές στο γρασίδι του πάρκου που απλώνεται λίγο παραδίπλα.
Εκεί στη “Roehre”, σ’ αυτή τη σκοτεινή σήραγγα στη Στουτγκάρδη, έχω αφήσει το ίχνος μου, τη μυρωδιά μου, μαζί με τον Olaf και τον Stefan και την Annette, την Ines, τον Peter, την Andrea και την Kristine όλη αυτή την παρέα των παλαβών. Αυτών που ένα βράδυ,εκεί μπροστά που στέκεται τώρα ο Halliburton,υποσχέθηκαν πως ό,τι και να γίνει, κάποια μέρα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα φροντίσουν να ξαναβρεθούν και να κάνουν κάτι μαζί –δεν θα είχε σημασία τι. Σημασία θα είχε το όνομα. Και το όνομα που όλοι μαζί συμφώνησαν να δώσουν σ’ αυτό το Κάτι ήταν: blow your head off.
Κι από εκείνο το βράδυ χάθηκαν.
… Και πρέπει να φύγω, γιατί ξέρετε… «αντίο Λιλιπούπολη αντίο αντίο…»
Γιατί βρε παιδί μου δεν κοιμήθηκες λίγο το μεσημέρι, να ησυχάσει κι εμάς το κεφάλι μας;
Δεν κοιμήθηκα γιατί με πήρε ο ύπνος και δεν νύσταζα και μετά έβγαλα το λευκοπλάστ από το χτύπημα που έτρεχε το αίμα -έτσι- επειδή έπεσα στην αυλή και πονούσε και δεν μπορούσα να κοιμηθώ καθόλου σκεπασμένος μ’ αυτή τη ζέστη κι όλο αυτό το θόρυβο που έκανε το λεωφορείο και το τρακτέρ κι ο γερανός και το ‘στυνομικό, η πυροσβεστική, το τζιπ το μπλε, το μικρό ελικόπτερο, το μεγάλο ελικόπτερο, το αρεοπλάνο, τα άλογα, η λετηλεκατενθόμενη φαγάνα –με κούφαναν ολ’ αυτά- έπρεπε να μαζέψω και τα χώματα που έριξε το φορτηγό στο χαλί και οι άνθρωποι που δεν χωρούσαν κάτω από το κρεβάτι και μετά ήρθε και η βαρέλα κι ανακάτεψε το μπετόν στους τοίχους και το έριξε στους άνθρωπους…
«… ανθρώπους»
… στους ανθρώπους -ναι- κι αυτοί δεν πήγαν στο σχολείο γιατί ήταν λίγο μικροί -να, τόσο μικροί σαν καλαμπόκια- και φώναζαν «φάτε μας, φάτε μας» αλλά εμείς δεν τους τρώγαμε γιατί δεν κάνει να τρώμε τους άνθρωπους είπες…
«… ανθρώπους»
… ναι, δεν τους τρώμε γιατί μερικοί απ’ αυτούς είναι ιδρωμένοι και μυρίζουν χάλια αλλά πονούσε λίγο και η κοιλιά μου γιατί είχε μέσα μερικά σκουλήκια και φάλαινες κι αράχνες, αλλά εμένα δε μ’ αρέσουν και πολύ οι αράχνες, μ’ αρέσουν μόνο τ’ αυγά τους να τα τρώω με πατάτες και σεσκουλόρυζο ανακατεμένα έτσι-όχι ομελέτα- και μετά κανένα γλυκάκι –μια σοκολατίτσα καλύτερα- αν δε μας κόψει η ΔΕΗ το φως, γιατί άμα μας το κόψει δε θα μπορούμε ούτε στην τουαλέτα να πάμε και πώς θα χέζουμε μετά άμα δε βλέπουμε τίποτα, μόνο να κοιμηθούμε θα μπορούμε, νυστάζουμε-δε νυστάζουμε… Αλλά δε νυστάζουμε.
… Μπαταρίες όμως έχουμε;
Πρόσφατα σχόλια